Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου, 2019

Η απάντηση της ΕΕ στο αίτημα της Ελλάδας για χαμηλότερα πλεονάσματα

Έως σήμερα οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχουν υποδεχθεί με ικανοποίηση τις διαβεβαιώσεις της νέας ελληνικής κυβέρνησης για αλλαγή του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, την υιοθέτηση φιλοεπενδυτικών επιλογών και την ανάληψη δράσεων για την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Ωστόσο, ακόμη, για την ευρωζώνη παραμένει αδιαπραγμάτευτη η υλοποίηση των δεσμεύσεων για το πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ ως το 2022.

Η ελληνική κυβέρνηση θα ήθελε οι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα να χαμηλώσουν συντομότερα από το 2022 , καθώς θεωρούν πως οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας μας θα είναι μικρότερες από αυτές που είχαν υπολογιστεί το καλοκαίρι του 2018. Πληροφορίες αναφέρουν πως ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα κάνει σχετική αναφορά στους ομολόγους του κατά τις επισκέψεις του σε Γερμανία και Γαλλία.

Πληροφορίες από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αναφέρουν πως θα ζητηθεί από τον Έλληνα πρωθυπουργό να δώσει διαπιστευτήρια μεταρρυθμίσεων πριν ανοίξει η σχετική συζήτηση. Ωστόσο, όπως αναφέρουν κατά καιρούς Κοινοτικές πηγές αυτό δεν σημαίνει πως «οι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι γραμμένοι σε πέτρα».

Πρέπει να σημειωθεί πως η σημαντική αποκλιμάκωση στο κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτή αποτυπώνεται στα επιτόκια με τα οποία πλέον αντλεί κεφάλαια από τις αγορές η Ελλάδα, έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Το γεγονός αυτό, δηλαδή ότι το Δημόσιο θα έχει σε βάθος χρόνου μικρότερες ανάγκες χρηματοδότησης για την εξυπηρέτηση του χρέους του, σε σχέση με αυτές που ανέμεναν οι θεσμοί πριν ένα χρόνο, αυτόματα σημαίνει ότι οι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα μπορούν να αλλάξουν.

Αρκεί να αναφερθεί ότι σήμερα το μέσο κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου για τα έτη 2022 – 2042 διαμορφώνεται στο 3,62%, επίπεδα αισθητά χαμηλότερα από εκείνα που εκτιμούσαν οι θεσμοί προ έτους. Ενδεικτικά οι θεσμοί έχουν συντάξει την ανάλυσή τους με την παραδοχή πως το μέσο επιτόκιο αναχρηματοδότησης του ελληνικού χρέους το διάστημα 2023-2060 θα είναι στο 5,2%.

Δεδομένου ότι διαφαίνεται πως το χρέος το οποίο θα εκδίδει η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια θα έχει κόστος αισθητά πιο μικρό από εκείνο που έχει ενσωματωθεί στο υφιστάμενο βασικό σενάριο της ανάλυσης βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας μας θα είναι ανάλογα μικρότερες.

Σήμερα το βασικό σενάριο των θεσμών δείχνει ότι το χρέος παραμένει σε καθοδική πορεία, αν και παραμένει σε ποσοστό πάνω από το 100% του ΑΕΠ έως το 2048. Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας θα κυμαίνονται γύρω στο 10% του ΑΕΠ έως το 2032 και θα παραμείνουν περίπου στο 17% του ΑΕΠ στο τέλος του χρονικού ορίζοντα των προβλέψεων (2060).

Οι θεσμοί θα αναθεωρήσουν μέσα το Σεπτέμβριο την ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους και αναμένεται να ενσωματώσουν σε αυτή τα χαμηλότερα επίπεδα δανεισμού του Δημοσίου. Αυτόματα αυτή η εξέλιξη θα οδηγήσει σε πιο μικρές ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες. Απομένει να καταδειχθεί εάν θα οδηγήσει και σε μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα.

Σχολιάστε

Translate »