Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου, 2019

Τα τρία όπλα της κυβέρνησης για τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων

Το ιστορικό χαμηλό στο ομόλογο διευκολύνει τους χειρισμούς της κυβέρνησης, που μένει προσηλωμένη στο τρίπτυχο μεταρρυθμίσεις-προσέλκυση επενδύσεων-τόνωση της ρευστότητας και αξιοποιεί τις επιστροφές κερδών των ελληνικών τίτλων

Μια ολοκληρωμένη στρατηγική, που περιλαμβάνει τρία όπλα προκειμένου να μειωθούν οι στό χοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα κ αι να ανασάνει η οικονομία, έχει καταστρώσει και έχει ήδη θέσει σε εφαρμογή η κυβέρνηση.

Τα πρώτα μηνύματα από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς είναι άκρως ενθαρρυντικά, όπως προέκυψε από τις τελευταίες δηλώσεις του Επιτρόπου Οικονομικών Πιέρ Μοσκοβισί και του επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) Κλάους Ρέγκλινγκ, οι οποίοι άφησαν ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο αναθεώρησης των στόχων. Το κυριότερο όπλο της ελληνικής πλευράς δεν είναι, βεβαίως, άλλο από τη δίψα των επενδυτών για τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία οδήγησε χ θες σε νέο ιστορικό χαμηλό την απόδοση του 10ετ ούς και του 5ετούς κρατικού τίτλου, επιβεβαιώνοντας πως το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είναι πλέον πολύ μικρότερο απ’ ό,τι είχαν προβλέψει οι ευρωπαϊκοί θεσμοί στις αναλύσεις τους.

Πιο αναλυτικά, το Μέγαρο Μαξίμου και το οικονομικό επιτελείο βασίζονται στο ακόλουθο οπλοστάσιο για τη μείωση των στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων από το 3,5% του ΑΕΠ:

1. Στη θεαματική μείωση του κόστους δανεισμού του Δημοσίου από τις αγορές: Η τεράστια επιτυχία με την οποία στέφθηκε η έκδοση του νέου 7ετούς ομολόγου την περασμένη εβδομάδα και οι εκτιμήσεις ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα προχωρήσει σε νέο γύρο ποσοτικής χαλάρωσης (QE) έδωσαν καινούργια φτερά τόσο στο 5ετές και το 10ετές ομόλογο που εκδόθηκαν νωρίτερα φέτος όσο και στις παλαιότερες εκδόσεις κρατικού χρέους της χώρας μας.

Μάλιστα, ο 10ετής κρατικός τίτλος βρέθηκε χθες για πρώτη φορά κάτω από το φράγμα του 2%, στο 1,99%. Η απόδοσή του έκλεισε τελικά στο 2,011%, ενώ όταν εκδόθηκε τον περασμένο Μάρτιο έφθανε το 3,9%. Αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι η επίδοση αυτή είναι καλύτερη από εκείνη του 10ετούς ομολόγου των ΗΠΑ, το οποίο έκλεισε χθες με απόδοση 2,045%, μολονότι η χώρα μας απέχει τρία σκαλοπάτια από την επενδυτική βαθμίδα. Το spread, δηλαδή η διαφορά απόδοσης, ανάμεσα στο ελληνικό και το γερμανικό 10ετές ομόλογο διαμορφώθηκε χθες στις 238,4 μονάδες.

Λίγο πάνω από το 1%, στο 1,046%, διαμορφώθηκε χθες η απόδοση του 5ετούς ομολόγου, το οποίο επίσης έφθασε σε ιστορικό χαμηλό (1,024%) κατά τη διάρκεια της ημέρας και είχε εκδοθεί με απόδοση 3,6% τον Ιανουάριο.

Όσον αφορά στο 7ετές, κινείται ήδη κάτω από το 1,6% στη «σκιώδη αγορά» (shadow market), ενώ εκδόθηκε με απόδοση 1,9%.

Με τα δεδομένα αυτά, τα επιτόκια δανεισμού είναι πολύ χαμηλότερα από το 4,1% που είχαν υπολογίσει οι ευρωπαϊκοί θεσμοί στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους και το ετήσιο μεσοσταθμικό επιτόκιο εξυπηρέτησης του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης πέφτει κάτω από το 1,61% που δείχνουν τα τελευταία διαθέσιμα επίσημα στοιχεία, τα οποία χρονολογούνται από τον περασμένο Μάρτιο.

Εάν γίνει πραγματικότητα ο νέος γύρος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και η κυβέρνηση προχωρήσει, όπως σχεδιάζει, στην πρόωρη αποπληρωμή 3,7 δισ. ευρώ προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) πριν από το τέλος του έτους, τότε το κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους θα μειωθεί ακόμα περισσότερο.

Ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ αναγνώρισε την περασμένη Κυριακή, μιλώντας στην «Καθημερινή», ότι το νέο 7ετές ομόλογο ήταν «μεγάλη επιτυχία» και σήμα εμπιστοσύνης των αγορών προς τις οικονομικές πολιτικές της νέας κυβέρνησης. «Αυτό δείχνει ξανά: με τις σωστές πολιτικές, οι αγορές αντιδρούν θετικά. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ενάρετο κύκλο με χαμηλότερα επιτόκια. Κάτι τέτοιο μπορεί πράγματι να δημιουργήσει κάποιο δημοσιονομικό χώρο. Επίσης, οι ξένοι θα μπορούσαν να ενδιαφερθούν περισσότερο για άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι η κυβέρνηση έκανε καλή αρχή», συμπλήρωσε ο κ. Ρέγκλινγκ.

2. Στην προσήλωση στο τρίπτυχο μεταρρυθμίσεις-προσέλκυση επενδύσεων-τόνωση της ρευστότητας: Η κυβέρνηση και προσωπικά ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχουν δεσμευτεί ότι θα προχωρήσουν με ταχείς ρυθμούς στις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για την προσέλκυση επενδύσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας, προκειμένου να επιτευχθούν ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, θα επιτρέψουν να αποκλιμακωθεί ταχύτερα το χρέος. Η δέσμευση αυτή και η επιχειρηματολογία για τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων θα αναλυθούν από τον κ. Μητσοτάκη στις συναντήσεις του με τη Γερμανίδα καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ στο Βερολίνο στις 29 Αυγούστου, τον Ολλανδό πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε στο Άμστερνταμ στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου και τον Γάλλο πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν στο Παρίσι μετά τις 20 Αυγούστου (η ακριβής ημερομηνία δεν έχει ακόμα καθοριστεί).

«Είναι ξεκάθαρο ότι όποια πρόταση θα πρέπει να συζητηθεί από το Eurogroup στο πλαίσιο επικαιροποιημένης ανάλυσης της βιωσιμότητας του χρέους και ενός ξεκάθαρου πακέτου μεταρρυθμίσεων που ενισχύει τις επενδύσεις και την ανάπτυξη», χαρακτηριστικά χθες ο Επίτροπος Οικονομικών Πιέρ Μοσκοβισί στην εφημερίδα «Τα Νέα», δίνοντας ουσιαστικά ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβερνητική στρατηγική. «Η Κομισιόν δεν υποστήριξε ποτέ τα πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ για πάντα. Ξέρουμε ότι κάποια στιγμή κάτι πρέπει να γίνει, αλλά εξαρτάται από τη μείωση του χρέους και τις μεταρρυθμίσεις. Θα συζητηθεί εν ευθέτω χρόνω και η Κομισιόν θα είναι στο πλευρό της Ελλάδας», πρόσθεσε.

Από την πλευρά του, ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας τόνισε κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης στη Βουλή: «Αυτός ο ενάρετος κύκλος, με χαμηλό κόστος δανεισμού, με υλοποίηση διαρθρωτικών παρεμβάσεων, με διόγκωση των επενδύσεων, με τόνωση της ρευστότητας και με υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, θα ενισχύει διαρκώς την αξιοπιστία της χώρας. Όλα αυτά θα συμβάλουν στη βελτίωση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, οδηγώντας στη δυνατότητα μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων μέσα στο 2020».

3. Στην αξιοποίηση των επιστροφών κερδών από τα ελληνικά ομόλογα (ANFAs και SMPs): Σύμφωνα με πληροφορίες από ευρωπαϊκές πηγές, οι οποίες δεν επιβεβαιώνονται από το κυβερνητικό στρατόπεδο, στο τραπέζι των συζητήσεων βρίσκεται επίσης μία πρόταση για έμμεση μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η ιδέα είναι να συνυπολογιστούν στο πρωτογενές πλεόνασμα οι επιστροφές κερδών από τα ελληνικά ομόλογα που διαθέτουν η ΕΚΤ και οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες. Η χώρα μας, εφόσον είναι συνεπής στις μεταρρυθμιστικές δεσμεύσεις της, λαμβάνει συνολικά 1,3 δισ. ευρώ ετησίως από τα εν λόγω κέρδη έως το 2022, τα οποία ωστόσο, με βάση τον ορισμό της μεταμνημονιακής εποπτείας, δεν προσμετρώνται στο πρωτογενές πλεόνασμα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα προέκυπτε μια έμμεση μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά 0,7% του ΑΕΠ και θα διασφαλιζόταν δημοσιονομικός χώρος για φοροελαφρύνσεις.

Όπως είναι σαφές, η στρατηγική της νέας κυβέρνησης δεν περιλαμβάνει μονομερείς ενέργειες, σε πλήρη αντίθεση με το «πυροτέχνημα» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ περί μείωσης του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα από το 3,5% του ΑΕΠ στο 2,5% την περίοδο 2020-2022 χρησιμοποιώντας ως «εγγύηση» 5,5 δισ. ευρώ από το «μαξιλάρι» διαθεσίμων. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί όχι μόνο δεν είχαν εγκρίνει τη συγκεκριμένη ιδέα, αλλά αντιθέτως τη θεωρούσαν εντελώς ανεδαφική.

Σχολιάστε

Translate »