Κάθε πρωί γράφω στον πίνακα της αίθουσας, μετά την ημερομηνία, το όνομα του αθλητή της Πίστεως ή της Πατρίδας που εορτάζει. Αναζητώ στα Συναξάρια της Εκκλησίας ή του Γένους τον άγιο ή τον ήρωα. Μάρτυρες, Πατέρες, ασκητές, απόστολοι και εθναπόστολοι, ναυμάχοι, μπουρλοτιέρηδες και αδούλωτοι κλεφταρματολοί, ποιητές εθνικοί, Ζάλογγα και Δερβενάκια, η απροσκύνητη και ελεύθερη Ρωμιοσύνη, η Πονεμένη… Και μοσχοβολά η αίθουσα, μπαρούτι και λιβάνι. Να ξεκινά η σχολική μέρα με οσμή ευωδίας πνευματική. Χαίρονται τα παιδιά και ας είναι «μνήμη θανάτου». Θυμήθηκα ένα τραγούδι:

«Θεέ μου τι παράξενοι είναι οι δικοί μας τόποι

θλιμμένα τα τραγούδια μας, μα γελαστοί οι ανθρώποι». Γελούν οι  μικροί οι «ανθρώποι», συγκινούνται γιατί σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα δεν έλιωσε το κερί στα αυτιά τους, οι σειρηνωδίες των φανταχτερών, αρπακτικών τεράτων δεν τους μόλυναν… Διασώζονται τρία ονόματα Σειρήνων. Η Αγλαόπη, η αγλαή, η λαμπρή στην όψη, η Θελξιέπεια, η γοητευτική και θελκτική στον λόγο (έπος) και η Πεισινόη, η πειθώ του νοός, η οποία αφόπλιζε, ξεμυάλιζε και οδηγούσε στον αφανισμό. Στα τρία αυτά ονόματα αναγνωρίζουμε τα «όπλα με σιγαστήρα», που σαγηνεύουν, παρασύρουν και διαφθέιρουν, ο «αγγελικός» κόσμος και υπόκοσμος των ΜΜΕ.

Επανέρχομαι στην προλογική σκέψη, συμμαζεύομαι στην αίθουσα. Έχω έτοιμο το συναξάρι της ερχόμενης Τρίτης, θα μοιράσω στα παιδιά και το εντός εισαγωγικών κείμενο. Λοιπόν, «τη αυτή ημέρα μνείαν ποιούμεθα»… (Προτρέπω συναδέλφους, τώρα που φαγώθηκε να μας αξιολογήσει το υπουργείο «Παιδομαζώματος», να διδάξουν ενώπιον των αξιολογητών, ένα κείμενο από την σπουδαία και από τους σπουδαίους της πνευματική παράδοσής μας. Προβλέπεται εξάλλου μια παρέκκλιση από το αναλυτικό πρόγραμμα. Έχω κατά νου τον Παπαδιαμάντη, εκεί στον «Λαμπριάτικο Ψάλτη», που «στολίζει» τους γραικύλους της σήμερον. Να μην ξεχάσει ο λαός – όσοι ζωντανοί-στις ερχόμενες εκλογές να αξιολογήσει και αυτός την υπουργό Παιδείας και το υπουργείο της. Να θυμηθεί τι προωθεί στα αθώα και άγουρα παιδιά).

 

Τον  Οκτώβριο του 1964, ο Ηλίας Βενέζης, ο σπουδαίος λογοτέχνης μας και ακαδημαϊκός, εκφώνησε λόγο στην Ακαδημία Αθηνών με τίτλο «το πάθος των Φιλικών».Στον επίλογο της ομιλίας του αναφέρθηκε στον θάνατο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, του αθάνατου αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας.Διαβάζω:«Όταν οι Αυστριακοί αποφυλάκισαν τον πρίγκιπα ήταν πια αργά. Λίγες μέρες μετά την αποφυλάκισή του ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέθανε στην Βιέννη, στις 31 Ιανουαρίου του 1828.  Ετοιμοθάνατο τον βρήκε ο συμπολεμιστής του του Ιερού Λόχου, ο Κοζανίτης, Γεώργιος Λασάνης. Του έφερε την εφημερίδα του τόπου, τον “Αυστριακόν Παρατηρητήν”.– Τι νέα γράφουν; ρώτησε αργά τον Λασσάνη ο Υψηλάντης.– Ο Καποδίστριας έφθασε στην Μάλτα. Μια φρεγάδα αγγλική τον περιμένει να τον μεταφέρει στην Ελλάδα, του αποκρίθηκε.– Ας έχει δόξαν ο Θεός, μουρμούρισε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και άρχισε να ψελλίζει το “Πάτερ ημών”. Αλλά πριν τελειώσει την προσευχή του, είχε ξεψυχήσει». Τι διαβάζουμε εδώ; Το οσιακό τέλος ενός Ρωμιού, ενός αληθινού Ορθοδόξου Χριστιανού. «Οι Υψηλάντες θυσίασαν πρώτα ζωή και πλούτη. Και θυμώνται τον Θεόν, πατρίδα και θρησκεία», επιμαρτυρεί και ο στρατηγός Μακρυγιάννης.

Μετά από τρεις ημέρες, άλλο εθνικό πανηγύρι, η μνήμη του ελευθερωτή μας.

Την Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου του 1843, κλείνει τα μάτια του στην Αθήνα, το ζωντανό Εικοσιένα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Έλληνας ήρωας με την σημαντικότερη θέση στο εικονοστάσι του Γένους. Το να θέλεις να πλέξεις «τον επιτάφιον στέφανον αυτού ανάγκη να περιλάβης τον μέγαν Ελληνικόν Αγώνα», όπως αναφώνησε ο Σούτσος κατά το ξόδι του. Ζήτησε να βάλουν στον τάφο του, κάτω από τα τσαρούχια του την τουρκική σημαία, να ποδοπατά την Τουρκιά και στο μνήμα. Αυτό το λιοντάρι μόνο μια φορά φοβήθηκε. Πότε; «Εις τον καιρό του προσκυνήματος εφοβήθηκα μόνο διά την πατρίδα μου, όχι άλλη φορά, ούτε εις τας αρχάς, ούτε εις τον καιρό του Δράμαλη, όπου ήλθε με τριάντα χιλιάδες στράτευμα εκλεκτό, ούτε ποτέ, μόνο εις το προσκύνημα εφοβήθηκα».Και τότε βροντοφώναξε και εμείς μαζί του: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

Τον έκλαψε όλος ο λαός, τραγούδησε και την θανή του.

«Κολοκοτρώνης πέθανε στο γάμο του Κολίνου

το θάνατό γνώρισε, που ’θελε ν’ αποθάνη

και του Γενναίου μίλησε, και του Κολίνου λέγει:

Πού είσαι, Γενναίε στρατηγέ, Κολίνο σπουδασμένε!

Ελάτε, πάρτε την ευχή, με τριγυρίζει ο Χάρος.

Σώπα, πατέρα, μην το λες, μη λες πως θα πεθάνης

κι έχουμ’ οχτρούς και χαίρονται και φίλους και λυπάνται.

Ελάτε, πάρτε την ευχή, και να ’στε μονοιασμένοι».

Τώρα που νυχθημερόν μας απειλούν τα ανισόρροπα μεμέτια της Άγκυρας, είναι λαμπρό μάθημα πατριδογνωσίας, «εθνικής ανατάσεως» θα έλεγαν παλιά, να διαβάζουν οι μαθητές πού ζήτησε να μπει ο Κολοκοτρώνης η σκοτεινή «ημισέληνος».

Θα μπορούσε και ο ημέτερος υπουργός Άμυνας, να αποστείλει στον Τούρκο συνάδελφό του και το παρακάτω κείμενο. Αποδεικνύει την ξακουστή μαχητικότητα των Τούρκων, τον φόβο και τον τρόμο της υδρογείου. Όπως έχω ξαναγράψει την μόνη «γαλάζια πατρίδα» που θα κατακτήσουν είναι ο βυθός του Αιγαίου, εκεί που θα σαπίζουν τα κουφάρια τους.

“Για τους Τούρκους είναι η πρώτη εμφάνιση που κάνουν στην Κορέα. Είχε προηγηθεί μια λαμπρή φήμη, για την ανδρεία, ακόμα και την αγριότητά τους. Οι πρώτες ειδήσεις από τις μάχες τους ηλεκτρίζουν τα γραφεία συντάξεως των αμερικανικών εφημερίδων. Οι Τούρκοι εφόρμησαν με τις ξιφολόγχες, έκαναν μακελειό, συνέλαβαν εκατοντάδες αιχμαλώτους… Το μόνο σφάλμα των ανδρείων αυτών στρατιωτών είναι ότι έκαναν λάθος στον εχθρό: πήραν για Κινέζους (εχθρούς) τους Νοτιοκορεάτες (συμμάχους), που τρέπονται σε φυγή. Όταν συναντούν τους πραγματικούς Κινέζους, έρχεται η δική τους σειρά να κατακρεουργηθούν. Τα λείψανα της Ταξιαρχίας καταφεύγουν στις γραμμές του 38ου (αμερικανικού) συντάγματος…Μια τουρκική εφοδιοπομπή που μπήκε ανυποψίαστα σ’ αυτόν τον τομέα εξοντώθηκε, πέφτοντας σε τρεις ενέδρες, τη μια πίσω από την άλλη”. Το περιγράφει στη “Μεταπολεμική Παγκόσμια Ιστορία” του ο σπουδαίος δημοσιογράφος και σημαντικός ιστορικός Ρεϊμόν Καρτιέ. Και στην Κύπρο, το 1974,  τα ίδια έπαθαν, όταν βύθιζαν το αντιτορπιλικό τους «Κοτζάτεπε», κάνα δυο άλλα δικά τους που κατέστρεψαν και 11 πολεμικά τους αεροπλάνα, χάρις στον ξεχασμένο ήρωα πλωτάρχη Ελευθέριο Χανδρινό.«Αν έρθουν κανένα βράδυ οι τρελοί Τούρκοι», όπως πολλάκις επαναλαμβάνει ο Ερντογάν, να προσέχουν να μην γίνει, όπως έλεγαν παλιά, της Κορέας

Δημήτρης Νατσιός

δάσκαλος-Κιλκίς

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Translate »