Μισθοί: Παραμένει το «αγκάθι» στην Ελλάδα

Οι ανατιμήσεις «τρώνε» τις όποιες ονομαστικές αυξήσεις που έχουν λάβει οι μισθοί

Σημαντικό πρόβλημα προκύπτει για τους μισθούς στην Ελλάδα, την ώρα που οι τιμές έχουν ξαναπάρει την ανηφόρα. Μεταξύ άλλων, αυτό καταδεικνύει και σχετική έκθεση των ΙΟΒΕ-CEPAL. Μπορεί δηλαδή με την νέα αύξηση του κατώτατου μισθού που ισχύει ήδη από 1η Απριλίου να αυξάνεται (ονομαστικά) πάνω από 40% σε σχέση με το 2019, ειδική ανάλυση που περιέχεται στην έκθεση όμως δείχνει ότι, σε πραγματικούς όρους, κατά την περίοδο 2019-2025 ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε μόλις 13,4%. Αντίθετα όμως, όπως τονίζεται στη μελέτη, «ο μέσος μισθός αυξήθηκε κατά 4,5% ετησίως κατά μέσο όρο σε ονομαστικούς όρους, ενώ μειώθηκε οριακά σε «πραγματικούς όρους» από το 2019, παρότι «στα χαρτιά» ήδη έχει φτάσει ή ξεπεράσει τα 1.500 ευρώ μηνιαίως.

Πώς είναι οι μισθοί

Η έκθεση του ΙΟΒΕ παρουσιάζει την εξέλιξη των μισθών στον ιδιωτικό τομέα, σημειώνοντας ότι οι αυξήσεις στις μέσες αποδοχές υπολείπονται της ανόδου του κατώτατου μισθού.

Από την 1η Απριλίου 2026, αυξάνεται στα 920€ (από 880€ το 2025), σημειώνοντας μια ετήσια άνοδο της τάξης του 4,5%. Σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ για το 2025, ο μέσος μισθός αυξήθηκε ονομαστικά μόλις κατά 1,5% (στα 1.362€ από 1.342€).

Σε αυτό το περιβάλλον ο κατώτατος μισθός «πλησιάζει» κάτι που σημαίνει πως έχουμε συμπίεση των μισθολογικών κλιμακίων. Η άνοδος του κατώτατου μισθού δεν ήταν αρκετή για να συμπαρασύρει τους υπόλοιπους μισθούς. Η αναλογία μεταξύ κατώτατου και μέσου μισθού έφτασε στα (63%) που είναι ένα από τα υψηλότερα στην ΕΕ.

Κατά την περίοδο 2019-2025, ο μέσος μισθός αυξήθηκε κατά 4,5% ετησίως κατά μέσο όρο σε ονομαστικούς όρους, ενώ μειώθηκε οριακά σε πραγματικούς όρους. Κατά την ίδια περίοδο, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε σωρευτικά κατά 13,4% σε πραγματικούς όρους.

 

Τι συμβαίνει στις επιχειρήσεις

Αξίζει να σημειωθεί πως σε πιο μικρές επιχειρήσεις ο μισθός είναι ακόμη μικρότερος.

Σύμφωνα με τα όσα εμπεριέχονται στην έκθεση, στις πολύ μικρές επιχειρήσεις (με κάτω από 10 εργαζόμενους) ο μέσος μισθός το 2025 ήταν μόλις 1.154 ευρώ και ο λόγος κατώτατου/μέσου μισθού έφτανε στο 79%! Θεωρητικά δηλαδή, σχεδόν ή όλοι οι εργαζόμενοι (οι 8 στους 10 για την ακρίβεια) αμείβονται σχεδόν το ίδιο – με τον κατώτατο μισθό δηλαδή- ή κανείς τους δεν παίρνει παραπάνω από 20% μεγαλύτερο μισθό από τον κατώτατο.

Το 28% των εργαζομένων (730.000 άτομα) απασχολείται σε μικρές επιχειρήσεις. Εξ αυτών το 38% παίρνει τον κατώτατο μισθό. Συνεπώς, με βάση την «κλειστή ψαλίδα» μισθών που διαπιστώνεται, το υπόλοιπο 62% λαμβάνει σχεδόν τα ίδια μισθό -ή λίγο πάνω από τον ελάχιστο νόμιμο- ασχέτως ηλικίας, θέσεως, σπουδών, προϋπηρεσίας κλπ.

Στον αντίποδα, όσο μεγαλώνει η επιχείρηση μεγαλώνει ο μισθός πέραν του βασικού κατώτατου.

 

Ο κλάδος παίζει επίσης ρόλο στο μισθό: στον Τουρισμό η συμπίεση μέσου/κατώτατου μισθού φτάνει στο 72% ενώ, αντιθέτως, στην Ενέργεια δεν ξεπερνά το 33% -δηλαδή ο υψηλότερος μισθός είναι τριπλάσιος από τον κατώτατο. Η απόσταση του κατώτατου με τους «από πάνω» συρρικνώνεται κάθε χρόνο.

Η χαμηλή αγοραστική δύναμη

Το διαθέσιμο εισόδημα έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, ωστόσο παραμένει σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ σε όρους προσαρμοσμένους στην ισοτιμία αγοραστικής δύναμης (PPP), γεγονός που υποδηλώνει ότι η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών εξακολουθεί να υστερεί σε σχέση με αυτή των περισσότερων οικονομιών της ΕΕ.

Η αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα οικονομικά θέματα, καθώς η χώρα παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη αντίφαση: ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ είναι από τους υψηλότερους στην Ευρωζώνη, η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών παραμένει καθηλωμένη σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Σχετικές δημοσιεύσεις