Η επίδραση των επιδοτήσεων για την ακρίβεια στα καύσιμα – Τα δημοσιονομικά περιθώρια
**Καύσιμα στα 2 ευρώ: περιορισμένη ανάσα από τα μέτρα, πίεση σε νοικοκυριά και αγορά**
Η άνοδος των τιμών των καυσίμων περνά πλέον με ταχύτητα στην καθημερινότητα, διαμορφώνοντας ένα νέο κύμα ακρίβειας. Η βενζίνη έχει ήδη ξεπεράσει τα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης κινείται σταθερά κοντά στα 2,05–2,10 ευρώ, με το ενεργειακό σοκ του πολέμου να μεταφέρεται από την αντλία στο ράφι.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση ενεργοποιεί πακέτο στήριξης ύψους περίπου 230 εκατ. ευρώ, που περιλαμβάνει επιδότηση στο diesel κατά 16 λεπτά ανά λίτρο και ενίσχυση έως 50 ευρώ ανά δίμηνο για τα νοικοκυριά μέσω Fuel Pass. Στόχος είναι να μετριαστεί η επιβάρυνση, ωστόσο η άνοδος των διεθνών τιμών –με το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια– έχει ήδη αποτυπωθεί στις τελικές τιμές.
### Περιορισμένη επίδραση στην πράξη
Παρά την παρέμβαση, η πραγματική ανακούφιση για τα νοικοκυριά εμφανίζεται περιορισμένη. Ένα μέσο νοικοκυριό που δαπανά 120 έως 150 ευρώ τον μήνα για καύσιμα λαμβάνει ενίσχυση περίπου 25 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε 12–15 λίτρα βενζίνης. Την ίδια στιγμή, οι τιμές έχουν αυξηθεί κατά 20–30 λεπτά ανά λίτρο μέσα σε λίγες εβδομάδες, εξανεμίζοντας μεγάλο μέρος της στήριξης.
Αντίστοιχα, η επιδότηση στο diesel μπορεί να συγκρατήσει προσωρινά την τιμή κάτω από τα 2 ευρώ, χωρίς όμως να αλλάζει ουσιαστικά το υψηλό κόστος που ήδη επιβαρύνει μεταφορές, logistics και παραγωγή. Παράγοντες της αγοράς σημειώνουν ότι οι ανατιμήσεις έχουν ήδη περάσει στην εφοδιαστική αλυσίδα και δύσκολα αναστρέφονται με βραχυπρόθεσμα μέτρα.
### Η φορολογία κρατά ψηλά τις τιμές
Κομβικό ζήτημα παραμένει η δομή της τιμής. Με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης να φτάνει τα 0,70 ευρώ ανά λίτρο και τον ΦΠΑ στο 24%, κάθε αύξηση στη διεθνή τιμή μεταφέρεται σχεδόν αυτούσια στον καταναλωτή.
Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου επιλέχθηκε η μείωση φόρων για άμεση αποκλιμάκωση, η ελληνική πολιτική βασίζεται κυρίως σε επιδοτήσεις. Αυτό σημαίνει ότι η τιμή στην αντλία παραμένει υψηλή και η στήριξη λειτουργεί εκ των υστέρων, ως μερική αντιστάθμιση της απώλειας εισοδήματος.
### Διαφορετικές επιλογές στην Ευρώπη
Η σύγκριση με άλλες χώρες αναδεικνύει τις διαφορετικές προσεγγίσεις. Στην Ιταλία, η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης κατά 0,25 ευρώ ανά λίτρο οδηγεί σε άμεση πτώση της τιμής στην αντλία. Στην Ισπανία, η μείωση του ΦΠΑ από 21% σε 10% περιορίζει άμεσα την επιβάρυνση, ενώ η Πορτογαλία εφαρμόζει μηχανισμό αυτόματης προσαρμογής φόρων όταν αυξάνονται οι διεθνείς τιμές.
Η βασική διαφορά είναι ότι στις περιπτώσεις αυτές η τιμή μειώνεται στην πηγή, ενώ στην Ελλάδα η παρέμβαση γίνεται εκ των υστέρων, χωρίς να αλλάζει το επίπεδο των τιμών.
### Η ακρίβεια περνά στην αγορά
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στα καύσιμα. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος μεταφέρεται ήδη στις μεταφορές, στη διανομή και τελικά στις τιμές των προϊόντων. Επιχειρήσεις logistics καταγράφουν σημαντική αύξηση κόστους, ενώ στον κλάδο των τροφίμων επανεμφανίζονται νέοι τιμοκατάλογοι με αυξήσεις.
Η επιδότηση στο diesel επιχειρεί να περιορίσει αυτή τη μετάδοση, αλλά η αποτελεσματικότητά της παραμένει περιορισμένη όσο οι τιμές διατηρούνται κοντά στα 2 ευρώ το λίτρο.
### Αλλαγή συμπεριφοράς των καταναλωτών
Τα πρώτα σημάδια προσαρμογής είναι ήδη ορατά. Καταναλωτές περιορίζουν τις αγορές και στρέφονται σε φθηνότερα προϊόντα, χωρίς ακόμη να καταγράφεται απότομη πτώση της συνολικής κατανάλωσης. Η μεταβολή αφορά κυρίως τη σύνθεση των δαπανών, με προτεραιότητα στα βασικά αγαθά.
Παράγοντες της αγοράς κάνουν λόγο για μια «σιωπηρή προσαρμογή», που συχνά αποτελεί προάγγελο ευρύτερης επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.
### Στενά δημοσιονομικά περιθώρια
Η δυνατότητα για πιο δραστικές παρεμβάσεις περιορίζεται από τους δημοσιονομικούς στόχους. Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι ενδεχόμενη μείωση φόρων στα καύσιμα θα είχε σημαντικό κόστος για τον προϋπολογισμό και θα επηρέαζε τους στόχους για πλεόνασμα.
Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα επιδιώκει ευρωπαϊκή λύση, μέσω μιας πιθανής «ρήτρας διαφυγής» που θα επέτρεπε μεγαλύτερη ευελιξία. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει κοινή γραμμή σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μέχρι να υπάρξει συντονισμένη απάντηση, η πολιτική κινείται σε ένα στενό πεδίο ισορροπίας: προσωρινή στήριξη για τα νοικοκυριά, χωρίς εκτροχιασμό των δημοσιονομικών, σε μια συγκυρία όπου η ακρίβεια δείχνει να παγιώνεται.