**Νέα ενεργειακή αναταραχή απειλεί με επιστροφή του πληθωρισμού**
Σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής βρίσκονται τις τελευταίες εβδομάδες οι κεντρικές τράπεζες και οι οικονομικοί αναλυτές, καθώς η εκτόξευση των τιμών των καυσίμων –απόρροια της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή– αναζωπυρώνει τους φόβους για νέα πληθωριστική έξαρση.
Μετά την κορύφωσή του πάνω από το 10% στα τέλη του 2022, ο πληθωρισμός στις ανεπτυγμένες οικονομίες είχε υποχωρήσει σημαντικά, προσεγγίζοντας το 2% στις αρχές του 2026. Η αποκλιμάκωση αυτή δημιούργησε την αίσθηση ότι η μάχη είχε κερδηθεί. Ωστόσο, οι εξελίξεις στο ενεργειακό μέτωπο ανατρέπουν τα δεδομένα.
Η δραματική μείωση των ροών πετρελαίου μέσω του Στενού του Ορμούζ –που φέρεται να υπολείπονται έως και κατά 97% των φυσιολογικών επιπέδων– έχει προκαλέσει έντονες αναταράξεις στις αγορές. Η τιμή του Brent κινείται πλέον κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι, έχοντας αγγίξει ακόμη και τα 120 δολάρια, από περίπου 60 δολάρια στις αρχές του έτους. Αντίστοιχα, οι τιμές των καυσίμων σε Ευρώπη και ΗΠΑ έχουν πάρει την ανιούσα.
### Πίεση σε οικονομία και καταναλωτές
Η άνοδος του ενεργειακού κόστους μεταφράζεται άμεσα σε πιέσεις για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Τα περιθώρια κέρδους περιορίζονται, καθώς αυξάνονται τα λειτουργικά έξοδα, ενώ οι καταναλωτές αναγκάζονται να περικόψουν άλλες δαπάνες για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες.
Παρά το γεγονός ότι προς το παρόν δεν διαφαίνεται γενικευμένη ύφεση, οι ανησυχίες εντείνονται. Εκτιμήσεις αναλυτών δείχνουν ότι παρατεταμένη άνοδος του πετρελαίου σε επίπεδα κοντά στα 140 δολάρια θα μπορούσε να οδηγήσει τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας σε ήπια ύφεση, με κρίσιμο σημείο για τις ΗΠΑ να εντοπίζεται περίπου στα 138 δολάρια.
Ωστόσο, ορισμένοι οικονομολόγοι εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι. Επισημαίνουν ότι σε προηγούμενες κρίσεις, όπως τη δεκαετία του 1970 ή το 1990, οι αυξήσεις των τιμών ήταν πολύ πιο απότομες. Σήμερα, παρά την έντονη άνοδο, δεν έχει καταγραφεί αντίστοιχη εκτίναξη.
### Επιβράδυνση αντί για ύφεση;
Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η παγκόσμια οικονομία εισήλθε στην παρούσα κρίση από σχετικά ισχυρή θέση. Οι πραγματικοί μισθοί καταγράφουν άνοδο, ενώ τα εταιρικά κέρδη ενισχύθηκαν σημαντικά το 2025. Παράλληλα, δείκτες της αγοράς υποδηλώνουν ότι οι επενδυτές προεξοφλούν επιβράδυνση της ανάπτυξης, όχι βαθιά ύφεση.
Παρόλα αυτά, η ανησυχία για τον πληθωρισμό είναι διάχυτη. Οι προσδοκίες στις αγορές αυξάνονται αισθητά, ενώ εμπειρικοί υπολογισμοί δείχνουν ότι κάθε αύξηση κατά 10 δολάρια στο πετρέλαιο μπορεί να προσθέσει έως και 0,4 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό.
Εάν οι τιμές παραμείνουν κοντά στα 100 δολάρια, ο πληθωρισμός στις χώρες του ΟΟΣΑ ενδέχεται να ξεπεράσει το 4%, ενώ σε σενάριο ανόδου στα 140 δολάρια θα μπορούσε να κινηθεί ακόμη και στο 5%-6%.
### Περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης
Σε αντίθεση με το 2022, οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να έχουν μικρότερη ευελιξία στην αντιμετώπιση μιας νέας πληθωριστικής έξαρσης. Η αύξηση των επιτοκίων παραμένει βασικό εργαλείο, ωστόσο οι πολιτικές πιέσεις και οι εύθραυστες οικονομικές συνθήκες περιορίζουν τα περιθώρια δράσης.
Την ίδια στιγμή, οι επιχειρήσεις φαίνεται να μετακυλίουν τα αυξημένα κόστη στους καταναλωτές πιο γρήγορα, αξιοποιώντας την εμπειρία της προηγούμενης περιόδου υψηλού πληθωρισμού.
Δεδομένα σε πραγματικό χρόνο ενισχύουν τις ανησυχίες: δείκτες που παρακολουθούν την εξέλιξη των τιμών καταγράφουν απότομη άνοδο, με εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για πιθανή επιτάχυνση του πληθωρισμού σε ετήσια βάση άνω του 7% τους επόμενους μήνες.
### Ο ρόλος των κυβερνήσεων
Εάν οι πιέσεις ενταθούν, οι κυβερνήσεις ενδέχεται να κληθούν ξανά να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Την περίοδο 2022-2023, τα ευρωπαϊκά κράτη διέθεσαν σημαντικούς πόρους –έως και 4% του ΑΕΠ– για την απορρόφηση του ενεργειακού κόστους.
Ωστόσο, τα μέτρα αυτά είχαν υψηλό δημοσιονομικό τίμημα και συχνά δεν ήταν επαρκώς στοχευμένα, ευνοώντας και καταναλωτές που δεν είχαν άμεση ανάγκη στήριξης.
Σήμερα, το ζητούμενο είναι αν οι παρεμβάσεις θα είναι πιο αποτελεσματικές και στοχευμένες, σε ένα περιβάλλον αυξημένων κοινωνικών πιέσεων και περιορισμένων δημοσιονομικών αντοχών.
### Μακροπρόθεσμες συνέπειες
Πέρα από τη βραχυπρόθεσμη αναστάτωση, η ενεργειακή κρίση ενδέχεται να αφήσει βαθύτερο αποτύπωμα στις οικονομίες των ανεπτυγμένων χωρών, επιδεινώνοντας τα ήδη αυξημένα δημόσια χρέη.
Καθώς η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, το βασικό ερώτημα είναι αν η παγκόσμια οικονομία θα καταφέρει να απορροφήσει το νέο σοκ ή αν ο πληθωρισμός θα επιστρέψει δυναμικά, δοκιμάζοντας εκ νέου τις αντοχές πολιτών και κυβερνήσεων.