Πεινάτε όταν βλέπετε κάποιον να τρώει; Ίσως η όρεξη ή ακόμα και η διατροφική μας συμπεριφορά, να επηρεάζεται από τους ανθρώπους γύρω μας πολύ περισσότερο απ’ όσο ενδεχομένως νομίζουμε.
Η πείνα είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς που μας ωθούν να φάμε, αλλά σίγουρα δεν είναι ο μοναδικός. Αν τρώγαμε αποκλειστικά όταν το σώμα μας χρειαζόταν ενέργεια, πιθανότατα δεν θα μας άνοιγε ποτέ η όρεξη βλέποντας ένα λαχταριστό γλυκό λίγα λεπτά μετά το μεσημεριανό
Στην πραγματικότητα, το πότε, το τι και το πόσο τρώμε επηρεάζεται από ένα πολύπλοκο σύνολο παραγόντων. Η εικόνα και η μυρωδιά του φαγητού, η ώρα, οι συνήθειές μας, η διάθεση, το περιβάλλον και, όπως δείχνουν οι έρευνες, οι άνθρωποι που βρίσκονται γύρω μας μπορούν να παίξουν τον δικό τους ρόλο.
Το φαγητό, άλλωστε, ήταν ανέκαθεν κοινωνική δραστηριότητα. Και φαίνεται ότι στο τραπέζι δεν παρατηρούμε μόνο τι υπάρχει στο δικό μας πιάτο. Παρατηρούμε –συχνά χωρίς να το συνειδητοποιούμε– και τι κάνουν οι άλλοι.
Τρώει ο άλλος, τρώμε κι εμείς;
Ένα από τα φαινόμενα που μελετά η επιστήμη ονομάζεται social modeling of eating και περιγράφει, με απλά λόγια, την τάση μας να επηρεαζόμαστε από την ποσότητα φαγητού που καταναλώνουν οι γύρω μας.
Μετα-ανάλυση πειραματικών μελετών που δημοσιεύθηκε στο Social Influence βρήκε ισχυρές ενδείξεις αυτού του φαινομένου: όταν οι συμμετέχοντες έβλεπαν κάποιον άλλο να καταναλώνει μεγάλη ποσότητα φαγητού, έτειναν να τρώνε περισσότερο. Όταν, αντίθετα, το άλλο άτομο κατανάλωνε μικρή ποσότητα, έτειναν να τρώνε λιγότερο.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Μία εξήγηση είναι ότι η συμπεριφορά των άλλων μάς προσφέρει πληροφορίες σχετικά με το ποια ποσότητα θεωρείται κατάλληλη σε μια συγκεκριμένη περίσταση. Όταν δεν υπάρχει κάποιο σαφές μέτρο για το «πόσο είναι αρκετό», μπορεί να χρησιμοποιούμε τους ανθρώπους γύρω μας ως σημείο αναφοράς.
Και δεν χρειάζεται απαραίτητα να σκεφτούμε «εκείνος τρώει πολύ, άρα θα φάω κι εγώ». Η προσαρμογή μπορεί να γίνεται ασυνείδητα.
Με φίλους, τρώμε… περισσότερο
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο ενδιαφέρον φαινόμενο: το social facilitation of eating, δηλαδή η τάση να καταναλώνουμε περισσότερο όταν τρώμε μαζί με άλλους υπό ορισμένες συνθήκες.
Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο The American Journal of Clinical Nutrition διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι έτρωγαν περισσότερο όταν βρίσκονταν μαζί με φίλους και συγγενείς σε σύγκριση με όταν έτρωγαν μόνοι. Γιατί;
Οι ερευνητές έχουν προτείνει διάφορους μηχανισμούς. Ένα γεύμα με παρέα συνήθως διαρκεί περισσότερο, επομένως υπάρχει περισσότερος χρόνος για κατανάλωση φαγητού. Παράλληλα, το κοινό φαγητό συνδέεται συχνά με ευχάριστες περιστάσεις, χαλάρωση και κοινωνική σύνδεση.
Υπάρχει όμως μια σημαντική λεπτομέρεια: δεν τρώμε απαραίτητα περισσότερο μπροστά σε οποιονδήποτε.
Η ίδια ανασκόπηση έδειξε ότι η αύξηση στην κατανάλωση ήταν εμφανής κυρίως όταν οι άνθρωποι έτρωγαν μαζί με οικεία πρόσωπα. Όταν βρίσκονταν με αγνώστους ή ανθρώπους στους οποίους ενδεχομένως ήθελαν να δημιουργήσουν συγκεκριμένη εντύπωση, το αποτέλεσμα δεν ήταν το ίδιο.
Το κοινωνικό περιβάλλον, επομένως, μπορεί άλλοτε να μας «απελευθερώνει» και άλλοτε να μας κάνει περισσότερο συνειδητοποιημένους σχετικά με το τι και πόσο τρώμε.
Μερικές φορές αρκεί απλώς να το δούμε
Υπάρχει και κάτι ακόμη που συμβαίνει όταν βλέπουμε τον διπλανό μας να τρώει: βλέπουμε το ίδιο το φαγητό.
Στη βιβλιογραφία συναντάμε τον όρο food cues, ο οποίος περιλαμβάνει οπτικά, οσφρητικά και άλλα ερεθίσματα που σχετίζονται με την τροφή. Η θέα ή η μυρωδιά ενός φαγητού μπορεί να τραβήξει την προσοχή μας και να αυξήσει την επιθυμία να το καταναλώσουμε, ακόμη κι αν πριν από λίγα λεπτά δεν σκεφτόμασταν καθόλου το φαγητό.
Γι’ αυτό και το «δεν πεινούσα μέχρι που το είδα», δεν είναι τόσο παράξενο όσο ακούγεται.
Και σήμερα τα συγκεκριμένα ερεθίσματα δεν βρίσκονται μόνο γύρω από ένα τραπέζι. Μια φωτογραφία στα social, ένα βίντεο με μια συνταγή ή κάποιος που τρώει μπροστά στην κάμερα μπορεί επίσης να στρέψει την προσοχή μας στο φαγητό και να πυροδοτήσει την επιθυμία για κατανάλωση.
Πείνα και όρεξη δεν είναι το ίδιο
Η πείνα σχετίζεται με φυσιολογικά σήματα του οργανισμού για πρόσληψη τροφής, ενώ η επιθυμία να φάμε μπορεί να εμφανιστεί και χωρίς έντονη βιολογική πείνα.
Μπορεί, για παράδειγμα, να έχουμε χορτάσει από το κυρίως γεύμα αλλά να θέλουμε γλυκό μόλις το δούμε να φτάνει στο τραπέζι. Ή να μην είχαμε καμία πρόθεση να φάμε μέχρι τη στιγμή που ένας συνάδελφος άνοιξε δίπλα μας ένα κουτί με μπισκότα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάτι «πάει στραβά» με τον αυτοέλεγχό μας. Το φαγητό είναι ταυτόχρονα βιολογική ανάγκη, πηγή ευχαρίστησης και κοινωνική εμπειρία και η διατροφική μας συμπεριφορά διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση όλων αυτών των παραγόντων.
Είναι λοιπόν η όρεξη μεταδοτική;
Όχι προφανώς κυριολεκτικά. Δεν «κολλάμε» την πείνα του ανθρώπου που κάθεται απέναντί μας. Αυτό που μπορεί να επηρεαστεί είναι η επιθυμία μας να φάμε και ο τρόπος με τον οποίο τρώμε.
Η θέα του φαγητού μπορεί να μας ανοίξει την όρεξη, ενώ η συμπεριφορά των άλλων μπορεί να λειτουργήσει ως κοινωνικό σημείο αναφοράς για το πόσο θα καταναλώσουμε. Και όταν μοιραζόμαστε το τραπέζι με ανθρώπους που αγαπάμε, το ίδιο το γεύμα αποκτά μια διαφορετική κοινωνική διάσταση.
Οπότε, την επόμενη φορά που θα έχετε μόλις φάει και ξαφνικά θα θελήσετε κι εσείς από τα πατατάκια που άνοιξε ο διπλανός σας, κάντε στον εαυτό σας μία απλή ερώτηση: πεινάω πραγματικά ή μου άνοιξε η όρεξη επειδή τα είδα;
