Η μεγάλη έκθεση των υποσχέσεων
Ανοίγει η ΔΕΘ και μαζί της θα ανοίξει, ως είθισται, η βαλίτσα των εξαγγελιών.
Ο πρωθυπουργός ανεβεί στο βήμα φορτωμένος με μέτρα για όλους: φοροελαφρύνσεις, ενισχύσεις, αυξήσεις, οικογένεια, στέγη, μεσαία τάξη. Ένα κράτος-Αϊ-Βασίλης, δηλαδή, με μόνη διαφορά ότι τα δώρα του τα πληρώνουμε εμείς.
Κάθε Σεπτέμβρη η ίδια τελετουργία που καταντά καταγέλαστο θέαμα.Η Θεσσαλονίκη φοράει τα γιορτινά της, το κυβερνητικό επιτελείο, μετρά ποσοστά και ο πρωθυπουργός ανοίγει το μεγάλο σακούλι. Βγάζει από μέσα δισεκατομμύρια, επιδόματα, μειώσεις, αυξήσεις, παρεμβάσεις. Έτσι για μια ώρα, τουλάχιστον, η χώρα θα πλουτίσει θεαματικά.
Μετά κλείνουν τα μικρόφωνα και οι συνεντεύξεις με τα παχιά λόγια και αρχίζει η αριθμητική από τους πολίτες, μήπως και κάποιο όνειρο από αυτά που κάνει το πρωί και το βράδυ γκρεμίζονται αντέξει για κάποιες μέρες ακόμη. Τα όνειρα βλέπετε ακόμη δεν φορολογούνται.
Έτσι ο πολίτης αφού ακούσει τις πρωθυπουργικές ανετυμολόγητες υποσχέσεις
ξεκινά τον υπολογισμό: πόσα μου είπαν ότι θα πάρω, πόσα πραγματικά θα πάρω και, κυρίως, πόσα θα μου έχουν πάρει μέχρι να τα πάρω. Και τότε η απόγνωση έρχεται σε πρώτο ενικό να του πει: «Πάλι κορόιδο πιάστηκες».
Στη ΔΕΘ, βέβαια, δεν χρειάζονται αποδείξεις.
Αρκούν οι εξαγγελίες. Τα δισεκατομμύρια κυκλοφορούν ελεύθερα, οι φόροι μειώνονται με εντυπωσιακή ταχύτητα και η μεσαία τάξη, αυτό το μυθικό ζώο της ελληνικής πολιτικής, ανακαλύπτεται κάθε Σεπτέμβρη και ξαναχάνεταιμέχρι τα Χριστούγεννα.
Το ωραιότερο είναι πως όλοι βγαίνουν κερδισμένοι.
Η κυβέρνηση επειδή ανακοίνωσε. Η αντιπολίτευση επειδή κατήγγειλε. Τα κανάλια επειδή έχουν υλικό για τρεις μέρες. Και ο πολίτης; Κι αυτός κερδίζει: μια ακόμη δόση αισιοδοξίας, χωρίς συμμετοχή στον ΦΠΑ. Επιπλέον δίνει εξετάσεις στην κυβέρνηση κατά πόσο είναι εκπαιδευμένο παράσιτο και προσλαμβάνει με ευκολία τους ευφημισμούς και τις διγλωσσίες καθώς θα έλεγε και ο Όργουελ.
Γιατί η ΔΕΘ είναι η μεγάλη ελληνική έκθεση του «θα». Εκεί το μέλλον παρουσιάζεται έτοιμο, λαμπερό, συσκευασμένο και κορδελιασμένο. Μόνο που, όταν γυρίσουμε σπίτι, ανοίγουμε το πορτοφόλι και βρίσκουμε μέσα το παλιό, γνώριμο έκθεμα:
την πραγματικότητα.
Κι αυτή, δυστυχώς, δεν παίρνει ποτέ επιδότηση.
