Κάθε καλοκαίρι η ίδια εικόνα: Φλόγες που κατακαίνε δάση, χωριά που εκκενώνονται, πυροσβέστες που παλεύουν με ανεπαρκή μέσα και πολίτες που βλέπουν τις περιουσίες τους να γίνονται στάχτη.
Και κάθε φορά η ίδια ερώτηση μένει αναπάντητη: ποιος έβαλε τη φωτιά;
Στην εποχή των drones, των δορυφορικών εικόνων, των καμερών υψηλής ανάλυσης και των υποκλοπών που γίνονται καθημερινότητα, το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να μην μπορεί να εντοπίσει τους υπαίτιους.
Ή, για να το πούμε πιο κυνικά, δεν φαίνεται να μπορεί να τους πιάσει σε βαθμό που να αλλάζει κάτι.
Και όταν κατά τύχη κάποιος συλλαμβάνεται, εμφανίζεται σχεδόν πάντα το ίδιο μοτίβο: «Δεν θυμάμαι», «ήμουν σε σύγχυση», «έχω ψυχολογικά προβλήματα».
Η γνωστή «τρελίτσα». Ε, βέβαια, μήπως γιατί αν «θυμόντουσαν» ποιος τους έβαλε θα κατέληγαν με τσιμέντο στον πάτο της θάλασσας; Λέμε εμείς οι νοσηροί εγκέφαλοι.
Μια εύκολη δικαιολογία που συχνά αρκεί για να μετατραπεί μια σοβαρή κατηγορία εμπρησμού σε υπόθεση ψυχιατρικής εκτίμησης και, τελικά, σε ήπια μεταχείριση.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό.
Οι φωτιές συνεχίζονται. Οι υπεύθυνοι –όσοι πραγματικά υπάρχουν– νιώθουν ότι το ρίσκο είναι μικρό.
Και η κοινωνία μένει με την αίσθηση ότι η ατιμωρησία είναι ο κανόνας. Δεν αρκεί να μιλάμε μόνο για κλιματική αλλαγή και υψηλές θερμοκρασίες.
Υπάρχουν φωτιές που ξεκινούν από αμέλεια και υπάρχουν φωτιές που ξεκινούν από πρόθεση.
Οι δεύτερες απαιτούν σοβαρή διερεύνηση, σύγχρονα μέσα και πολιτική βούληση να φτάσουν οι υποθέσεις μέχρι τέλους.
Όχι άλλη μια σύλληψη για τα ΜΜΕ και μετά «αθώος λόγω ψυχικής κατάστασης».
Αν στην εποχή της τεχνολογικής επιτήρησης οι εμπρηστές συνεχίζουν να ξεφεύγουν και όσοι πιάνουνται βρίσκουν εύκολα διέξοδο, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο επιχειρησιακό. Είναι πολιτικό και θεσμικό.
Και όσο δεν αλλάζει, κάθε καλοκαίρι θα μετράμε καμένα στρέμματα και χαμένες ζωές, ενώ οι πραγματικοί υπεύθυνοι θα παραμένουν στη σκιά και οι πολιτικοί θα συνεχίσουν να λέμε τις καθιερωμένες «μπαρούφες».
