Ο Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε να στείλει ξεκάθαρο σήμα κατά μιας επίσημης ανακήρυξης ανεξαρτησίας της Ταϊβάν μετά τη διήμερη σύνοδό του με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο Σε συνέντευξή του στο Fox News, ο Τραμπ υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιδιώκουν αντιπαράθεση με την Κίνα, επαναλαμβάνοντας πως η αμερικανική πολιτική στο ζήτημα της Ταϊβάν παραμένει αμετάβλητη. Με ιδιαίτερα προσεκτική διατύπωση, σημείωσε ότι δεν επιθυμεί να δει κινήσεις προς επίσημη ανεξαρτησία του νησιού, στέλνοντας ουσιαστικά μήνυμα τόσο προς την Ταϊπέι όσο και προς το Πεκίνο. «Δεν θέλω να δω κάποιον να γίνεται ανεξάρτητος», δήλωσε χαρακτηριστικά, ενώ απέκλεισε το ενδεχόμενο επιδίωξης στρατιωτικής εμπλοκής με την Κίνα. «Υποτίθεται ότι πρέπει να ταξιδέψουμε 9.500 μίλια για να πολεμήσουμε σε έναν πόλεμο. Δεν το επιδιώκω αυτό. Θέλω να ηρεμήσουν τα πράγματα. Θέλω να ηρεμήσει η Κίνα», ανέφερε, επιχειρώντας να δώσει έμφαση στη διπλωματική διαχείριση της κρίσης. Το ευαίσθητο θέμα της Ταϊβάν Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία το θέμα της Ταϊβάν αποτελεί ίσως το πιο ευαίσθητο σημείο στις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας. Παρότι η Ουάσιγκτον διατηρεί εδώ και δεκαετίες στενούς δεσμούς με την Ταϊβάν και βάσει της αμερικανικής νομοθεσίας υποχρεούται να της παρέχει μέσα αυτοάμυνας, δεν αναγνωρίζει επίσημα το νησί ως ανεξάρτητο κράτος. Η αμερικανική πολιτική εξακολουθεί να βασίζεται στην αρχή της «μίας Κίνας», σύμφωνα με την οποία το Πεκίνο θεωρείται η μοναδική νόμιμη κινεζική κυβέρνηση. Ο Τραμπ απέφυγε και αυτή τη φορά να δεσμευτεί ξεκάθαρα για το εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υπερασπιστούν στρατιωτικά την Ταϊβάν σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης, δηλώνοντας ότι «δεν έχει δεσμευτεί προς καμία κατεύθυνση». Την ίδια στιγμή, αναγνώρισε ότι ο Σι Τζινπίνγκ αντιμετωπίζει το θέμα της Ταϊβάν ως ζήτημα ύψιστης εθνικής σημασίας. Σύμφωνα με κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης, ο Κινέζος πρόεδρος φέρεται να ξεκαθάρισε κατά τη διάρκεια των συνομιλιών πως το ζήτημα της Ταϊβάν αποτελεί «το σημαντικότερο θέμα στις σχέσεις Κίνας – ΗΠΑ». Μάλιστα, προειδοποίησε ότι εάν το θέμα δεν αντιμετωπιστεί σωστά, οι δύο χώρες θα μπορούσαν να οδηγηθούν ακόμη και σε σύγκρουση ή ανοιχτή αντιπαράθεση. Παρά τη σκληρή ρητορική, ο Τραμπ εμφανίστηκε αισιόδοξος για την αποφυγή κρίσης. Όταν ρωτήθηκε αν θεωρεί πιθανή μια στρατιωτική αναμέτρηση εξαιτίας της Ταϊβάν, απάντησε πως δεν το πιστεύει, προσθέτοντας ότι «ο Σι δεν θέλει πόλεμο». Η σχέση Κίνας – Ταϊβάν και οι ΗΠΑ Το παρασκήνιο των συνομιλιών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η Κίνα έχει εντείνει τα τελευταία χρόνια τις στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν, αυξάνοντας σημαντικά την πίεση προς την κυβέρνηση της Ταϊπέι. Οι συνεχείς στρατιωτικές κινήσεις του Πεκίνου έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία στη διεθνή κοινότητα και έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο τον φόβο μιας νέας μεγάλης γεωπολιτικής κρίσης στην Ασία. Την ίδια ώρα, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να ενισχύει στρατιωτικά την Ταϊβάν. Στα τέλη του προηγούμενου έτους, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε πακέτο πώλησης οπλικών συστημάτων ύψους 11 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς το νησί, το οποίο περιλαμβάνει προηγμένα συστήματα εκτόξευσης πυραύλων και πυραυλικά συστήματα. Η εξέλιξη είχε προκαλέσει έντονη αντίδραση από το Πεκίνο, το οποίο κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι υπονομεύουν τη σταθερότητα στην περιοχή.Ο ίδιος ο Τραμπ αποκάλυψε ότι το ζήτημα της πώλησης όπλων συζητήθηκε «σε μεγάλη λεπτομέρεια» με τον Σι Τζινπίνγκ και σημείωσε ότι σύντομα θα ληφθεί οριστική απόφαση για το αν θα προχωρήσει. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση της Ταϊβάν επιμένει ότι το νησί λειτουργεί ήδη ως κυρίαρχο κράτος. Ο πρόεδρος της χώρας, Λάι Τσινγκ-τε, έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι η Ταϊβάν δεν χρειάζεται να ανακηρύξει επίσημα την ανεξαρτησία της, καθώς θεωρεί πως αυτή υφίσταται ήδη στην πράξη. Το Πεκίνο, ωστόσο, αντιμετωπίζει τον Λάι ως επικίνδυνο υποστηρικτή του αυτονομισμού, χαρακτηρίζοντάς τον «ταραχοποιό» και «καταστροφέα της ειρήνης στα Στενά της Ταϊβάν». Παρά τις πιέσεις, η πλειονότητα των πολιτών της Ταϊβάν φαίνεται να στηρίζει τη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος: ούτε επίσημη ανεξαρτησία ούτε ένωση με την Κίνα. Ο υπουργός Εξωτερικών της Ταϊβάν, Λιν Τσιά-λουνγκ, δήλωσε ότι η κυβέρνηση παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις μετά τη σύνοδο ΗΠΑ – Κίνας και βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με την Ουάσιγκτον και άλλες συμμαχικές χώρες. Όπως τόνισε, βασικός στόχος της Ταϊπέι είναι η περαιτέρω ενίσχυση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η διασφάλιση των συμφερόντων της χώρας. Παράλληλα, κατηγόρησε την Κίνα ότι αυξάνει την ένταση μέσω «επιθετικών στρατιωτικών ενεργειών και αυταρχικής καταπίεσης», επισημαίνοντας πως η κατάσταση στα Στενά της Ταϊβάν παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη. Σημαντικές αντιδράσεις είχε προκαλέσει και η απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, τον Φεβρουάριο του 2025, να αφαιρέσει από την επίσημη ιστοσελίδα του τη διατύπωση ότι οι ΗΠΑ αντιτίθενται στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν. Το Πεκίνο είχε τότε καταγγείλει πως η αλλαγή αυτή στέλνει «λανθασμένο μήνυμα στις αυτονομιστικές δυνάμεις» του νησιού. Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν επιχειρήσει να περιορίσουν τις αντιδράσεις, διευκρινίζοντας ότι η πάγια θέση των ΗΠΑ παραμένει η αντίθεση σε οποιαδήποτε μονομερή αλλαγή του status quo, είτε από την Κίνα είτε από την Ταϊβάν.
Ηχηρό μήνυμα Τραμπ στην Ταϊβαν να μην προχωρήσει σε μια επίσημη ανακήρυξη ανεξαρτησίας από την Κίνα
