Έρευνα του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια δείχνει ότι η αναστολή της GPNMB μέσω μονοκλωνικών αντισωμάτων, μπορεί να επιβραδύνει τη μετάδοση της νόσου από νευρώνα σε νευρώνα στον εγκέφαλο
Μια πρωτεΐνη που σχετίζεται με το ανοσοποιητικό σύστημα του εγκεφάλου φαίνεται ότι συμβάλλει στη μετάδοση της νόσου του Πάρκινσον από νευρώνα σε νευρώνα, και οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η αναστολή της θα μπορούσε να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις προσπάθειες για την επιβράδυνση της νόσου. Σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Neuron, ερευνητές της Ιατρικής Σχολής Perelman του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια διαπίστωσαν, σε εργαστηριακά πειράματα, ότι μονοκλωνικά αντισώματα μπόρεσαν να μπλοκάρουν τη δράση μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται glycoprotein nonmetastatic melanoma B (GPNMB), εμποδίζοντας τη διάδοση των επικίνδυνων συσσωματωμάτων της αλφα-συνουκλεΐνης, της πρωτεΐνης που παίζει καθοριστικό ρόλο στη νόσο Πάρκινσον και άλλες νευροεκφυλιστικές ασθένειες. «Πολλοί ασθενείς με Πάρκινσον διαγιγνώσκονται στα πρώιμα στάδια, όταν τα συμπτώματα είναι ήπια, αλλά μέχρι στιγμής δεν υπάρχει θεραπεία που να επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου», εξηγεί η Άλις Σετ Πλότκιν, Καθηγήτρια Νευρολογίας και επικεφαλής της μελέτης. «Αυτά τα πρώτα αποτελέσματα αποτελούν ελπιδοφόρο βήμα προς την ανάπτυξη μιας τέτοιας θεραπείας». Κατανόηση της εξέλιξης της νόσου Στις ΗΠΑ πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι ζουν με Πάρκινσον, ενώ περίπου 90.000 νέα περιστατικά διαγιγνώσκονται κάθε χρόνο. Αν και οι αιτίες της νόσου δεν έχουν πλήρως κατανοηθεί, οι επιστήμονες γνωρίζουν ότι εξαπλώνεται στον εγκέφαλο με την πάροδο του χρόνου. Η διαδικασία αυτή συνδέεται με τη συσσώρευση αλφα-συνουκλεΐνης στους νευρώνες, η οποία τους βλάπτει και τελικά τους σκοτώνει. Οι ανώμαλες πρωτεΐνες μπορούν να μετακινηθούν σε γειτονικούς υγιείς νευρώνες, επιτρέποντας τη διάδοση της νόσου σε νέες περιοχές του εγκεφάλου. Καθώς η διαδικασία προχωρά, τα συμπτώματα όπως τρέμουλο, δυσκολία στο περπάτημα ή στην κατάποση επιδεινώνονται. Οι υπάρχουσες θεραπείες, όπως η λεβοντόπα (πρόδρομη ουσία της ντοπαμίνης, αποτελεί τη βασική θεραπεία για τη νόσο) και η βαθιά εγκεφαλική διέγερση με εμφυτευμένους ηλεκτροδότες, περιορίζουν μόνο τα συμπτώματα και δεν μπορούν να σταματήσουν ή να επιβραδύνουν την υποκείμενη εξέλιξη της νόσου. Η πρωτεΐνη GPNMB ως νέος θεραπευτικός στόχος Σε προηγούμενη έρευνα του 2022, η Σεν Πλότκιν και οι συνεργάτες της είχαν εντοπίσει την GPNMB ως κρίσιμο παράγοντα στη διάδοση της αλφα-συνουκλεΐνης μεταξύ των νευρώνων, υποδεικνύοντας την πρωτεΐνη ως πιθανό θεραπευτικό στόχο. Στη νέα μελέτη, διαπιστώθηκε ότι τα ανοσοκύτταρα του εγκεφάλου παράγουν μεγάλες ποσότητες GPNMB σε ασθενείς με Πάρκινσον. Όταν τα κύτταρα αυτά έρχονται σε επαφή με τραυματισμένους ή νεκρούς νευρώνες, η παραγωγή GPNMB αυξάνεται. Στη συνέχεια, ένζυμα κόβουν την πρωτεΐνη από την επιφάνεια των κυττάρων, επιτρέποντάς της να μετακινηθεί μεταξύ αυτών. Πειράματα σε καλλιεργημένους νευρώνες έδειξαν ότι τα αντισώματα που μπλοκάρουν την GPNMB μειώνουν τη διάδοση της αλφα-συνουκλεΐνης από κύτταρο σε κύτταρο. «Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η νόσος του Πάρκινσον μπορεί να τροφοδοτείται από έναν αυτοενισχυόμενο κύκλο: η αλφα-συνουκλεΐνη συσσωρεύεται στους νευρώνες, τους βλάπτει, και ο τραυματισμός των νευρώνων προκαλεί απελευθέρωση GPNMB, επιταχύνοντας τη διάδοση της αλφα-συνουκλεΐνης και οδηγώντας σε περαιτέρω βλάβες», αναφέρει η Σεν Πλότκιν. «Η διακοπή αυτού του κύκλου θα μπορούσε να επιβραδύνει ή ακόμη και να σταματήσει τη διάδοση της νόσου στον εγκέφαλο και την επακόλουθη νευροεκφυλιστική βλάβη». Κλείσιμο Αποδείξεις από ανθρώπινο ιστό Για να εξεταστεί αν τα ευρήματα ισχύουν και στον άνθρωπο, οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα από 1.675 εγκεφάλους που φυλάσσονται στην Τράπεζα Εγκεφάλου του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια. Άτομα με γενετικές παραλλαγές που οδηγούν σε αυξημένη παραγωγή GPNMB παρουσίασαν πιο εκτεταμένη παθολογία αλφα-συνουκλεΐνης, ενισχύοντας τα στοιχεία ότι η πρωτεΐνη παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της νόσου. Η ομάδα διαπίστωσε επίσης ότι τα υψηλότερα επίπεδα GPNMB δεν σχετίζονταν με δείκτες άλλων νευροεκφυλιστικών παθήσεων, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ. «Τα αποτελέσματα είναι ελπιδοφόρα για εργαστηριακά μοντέλα και ανάλυση ανθρώπινου ιστού, αλλά έχουμε ακόμη πολλή δουλειά πριν μεταφέρουμε αυτή τη θεραπεία σε ασθενείς», επισημαίνει η Σεν Πλότκιν. «Παρ’ όλα αυτά, τα ευρήματα μας δίνουν ελπίδα καθώς συνεχίζουμε να εργαζόμαστε για μια νέα προσέγγιση στη θεραπεία της νόσου του Πάρκινσον».
