Κρίσιμο στοιχείο για την εξιχνίαση της δολοφονίας το βιντεοληπτικό υλικό – Καταγράφεται ο 26χρονος κατηγορούμενος να κινείται ψύχραιμα με τη βαλίτσα, έχοντας σχεδιάσει να εξαφανίσει τη σορό του θύματός του
Εχοντας σχεδιάσει να πετάξει το πτώμα στο εγκαταλελειμμένο σπίτι στην Κυψέλη, όπου βρέθηκε, οκτώ μέρες μετά τη δολοφονία, ο κατηγορούμενος είχε αρχίσει ταυτόχρονα το παιχνίδι της παραπλάνησης. Εστελνε μηνύματα, προσπαθούσε να παραστήσει το θύμα για το φιλικό του περιβάλλον, χρησιμοποιώντας το κινητό τηλέφωνο της Βρετανίδας. Τις πρώτες ημέρες μετά τον εντοπισμό της σορού, ο Αφγανός ίσως και να πίστεψε ότι οι Αρχές δεν θα έφταναν σ’ αυτόν, αφού δεν ήταν γνωστή η ταυτότητα του θύματος. Χωρίς αυτό το στοιχείο είναι εξαιρετικά δύσκολο να προχωρήσουν οι έρευνες, αφού η αστυνομία δεν μπορεί να προσεγγίσει το περιβάλλον θύματος, δεν μπορεί να κάνει εκτιμήσεις για κίνητρα και συνθήκες. Από τη στιγμή που μέσω του γραφείου της Ιντερπόλ στην Ουάσινγκτον απαντήθηκε το ερώτημα για την ταυτότητα της νεκρής στη βαλίτσα, ο χρόνος μέτρησε αντίστροφα για τον κατηγορούμενο.
Το βράδυ της 16ης Ιουλίου ο κατηγορούμενος καταγράφεται να φθάνει με αυτοκίνητο στην οδό Ρεθύμνου, στα Εξάρχεια: Εκεί έμενε ο ίδιος και η σύντροφός του, ενώ από τις 2 Ιουλίου είχε μείνει εκεί και το θύμα. Ο κατηρούμενος καταγράφεται να αποχωρεί μεταφέροντας μία μεγάλη ταξιδιωτική βαλίτσα. Λίγη ώρα αργότερα, στις 22:43, κάμερες ασφαλείας τον καταγράφουν να κινείται πεζός στην οδό Ευελπίδων, μεταφέροντας τη βαλίτσα, μέσα στην οποία βρισκόταν η σορός της Βρετανίδας, καθώς και μία μπλε σακούλα άγνωστου περιεχομένου. Δεκατρία λεπτά αργότερα εμφανίζεται να απομακρύνεται από το σημείο χωρίς τη βαλίτσα και χωρίς τη σακούλα, κρατώντας πλέον μόνο ένα ανοιχτόχρωμο σακίδιο.
Πώς οι αστυνομικοί έφθασαν στα ίχνη του
Το θύμα έφθασε στη χώρα μας στις 29 Ιουνίου από το Εδιμβούργο, έχοντας πολυετή εθελοντική δράση σε εκκλησίες και ανθρωπιστικές οργανώσεις σε διάφορες χώρες. Περιγράφεται ως ήρεμος, δοτικός και μη συγκρουσιακός άνθρωπος.
Από τις 2 Ιουλίου διέμενε σε ισόγειο διαμέρισμα στα Εξάρχεια, στην οδό Ρεθύμνου, τα κλειδιά του οποίου διέθεταν επίσης ο κατηγορούμενος και η σύντροφος του. Η τελευταία ανέφερε ότι λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Ιουλίου ξύπνησε και διαπίστωσε πως ο σύζυγός της απουσίαζε και ότι, μέσω της κοινής λειτουργίας εντοπισμού τοποθεσίας, διαπίστωσε ότι βρισκόταν στο συγκεκριμένο διαμέρισμα.
Η τελευταία βέβαιη ένδειξη ζωής της Βρετανίδας καταγράφεται στις 21:41 της 15ης Ιουλίου, όταν επικοινώνησε τηλεφωνικά με πρόσωπο του στενού της περιβάλλοντος. Στη συνέχεια, φίλοι και συγγενείς παρατήρησαν ότι τα μηνύματα που λάμβαναν από το κινητό της είχαν διαφορετικό ύφος και γλωσσικές ιδιαιτερότητες, ενώ η ίδια εμφανιζόταν ξαφνικά απομονωμένη.
Για τους ερευνητές, τα στοιχεία αυτά ενισχύουν το συμπέρασμα ότι το κινητό χρησιμοποιούνταν πλέον από άλλο πρόσωπο, προκειμένου να δημιουργηθεί η ψευδής εικόνα ότι η γυναίκα ήταν ακόμη ζωντανή.
Στις 19 Ιουλίου το κινητό του θύματος ενεργοποιήθηκε στην Αράχωβα, όπου, σύμφωνα με την ανάλυση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων και του βιντεοληπτικού υλικού, βρισκόταν και ο κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο και το παιδί τους.
Οι υποψίες της συντρόφου του
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη στάση της συζύγου του 27χρονου. Όπως κατέθεσε, όταν στις 30 Ιουλίου ανακοινώθηκε επίσημα η ταυτοποίηση της νεκρής γυναίκας, άρχισε να υποψιάζεται την εμπλοκή του συζύγου της.
