Όταν ο καύσωνας άλλαξε την ιστορία της Ευρώπης

Το 1540 ο Ρήνος στέρεψε, το 1757 ο καύσωνας δοκίμασε τις αντοχές των ευρωπαϊκών πόλεων, το 1816, ύστερα από την έκρηξη ενός ηφαιστείου στην άλλη άκρη του κόσμου, το καλοκαίρι δεν ήρθε ποτέ στη Γηραιά Ήπειρο. Αυτές είναι οι ιστορίες τριών παράξενων καλοκαιριών.

 

Τότε μάλλον είναι μια καλή στιγμή να θυμηθείτε ότι υπήρξαν και (πολύ) χειρότερα. Και μάλιστα σε εποχές που το πιο προσβάσιμο σύστημα κλιματισμού ήταν στην καλύτερη περίπτωση η βεντάλια.

Συγκεκριμένα ήταν το καλοκαίρι του 1540 και δυο αιώνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1757 όταν η Γηραία Ήπειρος αναμετρήθηκε με δύο πρωτοφανείς και τελικά ιστορικές περιόδους καύσωνα.

Υπήρξαν βέβαια και χειρότερα. Όταν για παράδειγμα το 1816 δεν ήρθε όχι απλώς κύμα καύσωνα αλλά ούτε καν το ίδιο καλοκαίρι.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με (χρονολογική) σειρά.

1540: Η χρονιά που στέρεψε ο Ρήνος

Βρισκόμαστε στο 1540. Η Ευρώπη διανύει μια περίοδο έντονων πολιτικών και θρησκευτικών ανακατατάξεων, όταν ένα παράξενο φαινόμενο μετατοπίζει τη συζήτηση από τα μείζονα στα ήσσονα και τα καθημερινά.

Αλλά τελικά στα πιο κρίσιμα για την επιβίωση.

Ξαφνικά ο Ρήνος στέγνωσε και οι κάτοικοι της Κεντρικής Ευρώπης μπορούσαν να διασχίσουν έναν από τους μεγαλύτερους ποταμούς της ηπείρου – συγκεκριμένα τον 12ο τη τάξη – με τα πόδια.

 

Όχι, δεν περπατούσαν ως άλλοι Μεσσίες πάνω στο νερό, απλώς ο Ρήνος είχε στερέψει σε πολλά σημεία του εξαιτίας της ξηρασίας.

Και δεν ήταν μόνο αυτό. Δάση καίγονταν επί εβδομάδες, ένα πνιγηρό πέπλο καπνού και αιθάλης είχε σκεπάσει τον ουρανό ενώ εκατοντάδες κάτοικοι άρχισαν να πεθαίνουν είτε – κυριολεκτικά – από δίψα, είτε από ασθένειες που σχετίζονταν με την κατανάλωση μολυσμένου νερού.

Σήμερα χάρη στην παλαιοκλιματολογία γνωρίζουμε ότι ένα επίμονο αντικυκλωνικό σύστημα είχε εγκατασταθεί πάνω από τη δυτική και κεντρική Ευρώπη, εμποδίζοντας επί μήνες την είσοδο υγρών αερίων μαζών από τον Ατλαντικό και δημιουργώντας συνθήκη καύσωνα.

Με βάση αναλύσεις δακτυλίων δέντρων, ιζημάτων λιμνών και άλλων φυσικών αρχείων, εκτιμάται ότι σε πολλές περιοχές οι θερμοκρασίες ήταν αισθητά υψηλότερες από το μέσο όρο του 20ού αιώνα, ενώ η ανομβρία διήρκεσε για περίπου έντεκα μήνες.

Βεβαίως, για τις κοινωνίες του 16ου αιώνα το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν το εντυπωσιακό και το καινοφανές του θεάματος των ποταμών που στέρευαν λόγω καύσωνα. Ήταν οι άμεσες, πρακτικές και τελικά ολέθριες συνέπειες.

Η ναυσιπλοΐα σχεδόν σταμάτησε. Το εμπόριο διακόπηκε σε πολλές περιοχές της Ευρώπης ενώ εκατοντάδες νερόμυλοι έπαψαν να λειτουργούν ακριβώς λόγω της χαμηλής στάθμης των ποταμών. Χωρίς τους μύλους δεν υπήρχε άλεσμα σιτηρών και χωρίς αλεύρι οι τοπικές κοινωνίες βρέθηκαν αντιμέτωπες με σοβαρές ελλείψεις τροφίμων.

Ταυτόχρονα, οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές έγιναν ένα σχεδόν μόνιμο φαινόμενο εκείνου του καλοκαιριού.

Από τη Γαλλία μέχρι τη σημερινή Πολωνία, οι χρονικογράφοι περιγράφουν έναν ουρανό θολό από τον καπνό και έναν ήλιο που έμοιαζε κατακόκκινος καθώς ανέτειλε ή έδυε πίσω από την αιθαλομίχλη. Από πολλούς μάλιστα οι εικόνες αυτές ερμηνεύτηκαν ως θεϊκά σημάδια ή προάγγελοι της Αποκάλυψης. Τελικά, έπεσαν έξω.

Υπήρξε και ένα καλό μέσα σε εκείνον τον πρωτοφανή καύσωνα. Λόγω της ζέστης ο τρύγος ξεκίνησε σχεδόν ενάμιση μήνα νωρίτερα από το συνηθισμένο και σε ορισμένες αμπελουργικές περιοχές της Γερμανίας τα σταφύλια είχαν αποκτήσει εξαιρετικά υψηλή συγκέντρωση σακχάρων.

Το κρασί του 1540, με γνωστότερο παράδειγμα το Würzburger Stein, απέκτησε σχεδόν μυθική φήμη στους κύκλους της ευρωπαϊκής οινοποιίας και συχνά αναφέρεται ως ένα από τα πιο ξεχωριστά κρασιά που παρήχθησαν ποτέ.

Για τους περισσότερους πολίτες, όμως, εκείνος ο καύσωνας δεν είχε τίποτα το επικό.

Καθώς τα αποθέματα καθαρού νερού εξαντλούνταν, η κατανάλωση μολυσμένων υδάτων οδήγησε σε εκτεταμένες επιδημίες δυσεντερίας και άλλων εντερικών λοιμώξεων.

Οι ιστορικοί δεν μπορούν να υπολογίσουν με ακρίβεια τον αριθμό των θυμάτων, συμφωνούν όμως ότι η ξηρασία του 1540 ήταν ένα από τα σοβαρότερα κλιματικά σοκ που γνώρισε η προνεωτερική Ευρώπη.

Ο καύσωνας του Διαφωτισμού

Διακόσια δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Ευρώπη είχε αλλάξει θεμελιακά. Η επιστήμη είχε αρχίσει να διεκδικεί τη θέση της απέναντι στη δεισιδαιμονία, ενώ νέα όργανα μέτρησης επέτρεπαν για πρώτη φορά την παρατήρηση των φυσικών φαινομένων.

Έτσι, όταν το καλοκαίρι του 1757 η θερμοκρασία ανέβηκε σε μη ανεκτά επίπεδα, οι άνθρωποι δεν αρκέστηκαν να περιγράψουν τη ζέστη. Προσπάθησαν για πρώτη φορά να τη μετρήσουν.

Στο Παρίσι, οι πιο συστηματικές μετεωρολογικές παρατηρήσεις κατέγραψαν θερμοκρασίες που ξεπερνούσαν κάθε προηγούμενο.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα ιστορικά αρχεία, ο Ιούλιος του 1757 συγκαταλέγεται ανάμεσα στους θερμότερους μήνες που έχουν καταγραφεί στη γαλλική πρωτεύουσα και αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τους μεταγενέστερους μετεωρολόγους.

Η στήλη του υδραργύρου (και σε άλλες περιπτώσεις του οινοπνεύματος) άγγιξε τους 37.5 βαθμούς Κελσίου υπό σκιά. Για περισσότερο από δύο αιώνες παρέμεινε ένα από τα θερμότερα καλοκαίρια που είχαν καταγραφεί στην πόλη, μέχρι την εποχή των σύγχρονων ακραίων καυσώνων.

Αλλά και στους δρόμους του Λονδίνου, ο καύσωνας έγινε μια καθημερινή δοκιμασία. Οι στενοί δρόμοι, τα εργαστήρια χωρίς εξαερισμό και τα σπίτια χωρίς τρεχούμενο νερό μετέτρεψαν την πόλη σε παγίδα θερμότητας.

Οι γιατροί της εποχής άρχισαν να αντιμετωπίζουν τη ζέστη ως αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Ανάμεσά τους ο Άγγλος John Huxham, ένας από τους σημαντικότερους κλινικούς παρατηρητές του 18ου αιώνα.

Στα ιατρικά του ημερολόγια κατέγραψε περιστατικά ανθρώπων που κατέρρεαν από εξάντληση, παρατεταμένους πυρετούς, έντονες ρινορραγίες και λιποθυμικά επεισόδια που σήμερα θα αποδίδονταν σε ακραία θερμική καταπόνηση ή αφυδάτωση.

Οι παρατηρήσεις του θεωρούνται από τις πρώτες καταγραφές των επιπτώσεων που μπορεί να έχει ένας καύσωνας στη δημόσια υγεία.

Όσοι βεβαίως διέθεταν οικονομική άνεση και πόρους εγκατέλειπαν προσωρινά τα αστικά κέντρα αναζητώντας δροσιά στις εξοχικές τους κατοικίες. Ο συγγραφέας και πολιτικός Horace Walpole αναφέρεται επανειλημμένα, μέσα από την αλληλογραφία του, στην αποπνικτική ατμόσφαιρα του λονδρέζικου καλοκαιριού και στην προσπάθεια των εύπορων οικογενειών να διαφύγουν από την πόλη.

Για την πλειονότητα των κατοίκων, όμως, μια τέτοια επιλογή δεν υπήρχε. Οι τεχνίτες, οι εργάτες και οι έμποροι συνέχισαν να εργάζονται μέσα σε πυκνοδομημένες συνοικίες, χωρίς πρόσβαση σε καθαρό νερό, σκιά ή στοιχειώδη μέσα προστασίας από τη ζέστη.

Έτσι, ο καύσωνας του 1757 δεν ήταν μόνο ένα μετεωρολογικό φαινόμενο. Έγινε ένα γεγονός που ανέδειξε πως οι κλιματολογικές συνθήκες έχουν και ταξικό πρόσημο.

1816: Μια χρονιά χωρίς καύσωνα (και χωρίς καλοκαίρι)

Αν το 1540 ήταν η χρονιά που η Ευρώπη έμαθε τι σημαίνει να στερεύει η φύση και το 1757 η χρονιά που κατάλαβε ότι ο καύσωνας δεν τους πλήττει όλους με τον ίδιο τρόπο, το 1816 θα αποδείκνυε κάτι ακόμη πιο αναπάντεχο: ότι ακόμη και η απουσία του ήλιου μπορεί να αλλάξει την ιστορία.

Τον Απρίλιο του 1815 εξερράγη το ηφαίστειο Ταμπόρα, στο νησί Σουμπάουα της σημερινής Ινδονησίας. Ήταν μία από τις ισχυρότερες ηφαιστειακές εκρήξεις που έχουν καταγραφεί στη σύγχρονη ιστορία.

Εκατομμύρια τόνοι θειούχων αερίων εκτοξεύθηκαν στη στρατόσφαιρα, σχηματίζοντας ένα θόλο που περιόρισε την ηλιακή ακτινοβολία σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Οι συνέπειες άρχισαν να γίνονται αισθητές και χειροπιαστές περίπου έπειτα από έναν χρόνο.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι το καλοκαίρι του 1816 δεν ήταν καλοκαίρι.

Στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική καταγράφηκαν χιονοπτώσεις μέσα στον Ιούνιο, παγετοί κατέστρεψαν τις σοδειές και οι συνεχείς βροχοπτώσεις οδήγησαν σε μία από τις σοβαρότερες επισιτιστικές κρίσεις του 19ου αιώνα. Οι τιμές των τροφίμων εκτοξεύθηκαν και η πείνα εγκαταστάθηκε σε πολλές περιοχές της ηπείρου.

Η κρίση επηρέασε ακόμη και τις μεταφορές. Η έλλειψη βρόμης οδήγησε στη μαζική θανάτωση αλόγων, γεγονός που ενέπνευσε τον Γερμανό εφευρέτη Karl Drais να αναζητήσει μια εναλλακτική μορφή ατομικής μετακίνησης. Το 1817 παρουσίασε τη Laufmaschine, τη δίτροχη ξύλινη κατασκευή που θεωρείται ο πρόγονος του σύγχρονου ποδηλάτου. Ουδέν κακόν αμιγές καλού.

Όμως η πιο απρόσμενη κληρονομιά εκείνου του παράξενου καλοκαιριού δεν ήταν τεχνολογική αλλά λογοτεχνική.

Τον Ιούνιο του 1816, μια μικρή παρέα νεαρών Βρετανών συγγραφέων είχε συγκεντρωθεί στη Βίλα Ντιοντάτι, στις όχθες της λίμνης της Γενεύης. Η αδιάκοπη βροχή και το αφύσικα ψυχρό κλίμα τούς κράτησαν για ημέρες κλεισμένους μέσα στο σπίτι. Για να περάσει η ώρα, αποφάσισαν να γράψουν ιστορίες τρόμου.

Από εκείνη την περίοδο γεννήθηκε ο «Φρανκενστάιν» της δεκαοκτάχρονης Μαίρης Σέλεϊ. Ο προσωπικός γιατρός του Λόρδου Μπάιρον, ο Τζον Πολιντόρι, έγραψε τον «Βρυκόλακα», έργο που επηρέασε καθοριστικά τη μεταγενέστερη μυθολογία των βαμπίρ.

Και ο ίδιος ο Μπάιρον, επηρεασμένος από τους σκοτεινούς ουρανούς εκείνου του καλοκαιριού, συνέθεσε το ποίημα «Darkness», μια από τις πιο ζοφερές αποκαλυπτικές εικόνες της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

Ένα ηφαίστειο στην Ινδονησία είχε αλλάξει προσωρινά το κλίμα ολόκληρου του πλανήτη. Και μαζί του, χωρίς κανείς να μπορεί να το φανταστεί, άλλαξε και την πορεία της δυτικής λογοτεχνίας.

Σχετικές δημοσιεύσεις