Από τα αρχαία «θαύματα» και την ιατρική ποίηση έως τους χαμένους παπύρους του Εμπεδοκλή: Μια συναρπαστική περιήγηση στις άγνωστες σκιές της αρχαιότητας.
Η ιστορική μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας έχει, επί σειρά αιώνων, δομηθεί γύρω από έναν αυστηρά οριοθετημένο λογοτεχνικό και φιλοσοφικό κανόνα. Η παραδοσιακή κλασική φιλολογία, ειδικά όπως διαμορφώθηκε από τα ευρωπαϊκά ακαδημαϊκά ιδρύματα του 18ου και 19ου αιώνα (από μορφές όπως ο Richard Bentley και ο F.A. Wolf), εστίασε κυρίως στα Ομηρικά έπη, την αττική τραγωδία, την ιστοριογραφία της κλασικής περιόδου και την πλατωνική και αριστοτελική φιλοσοφία. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή οδήγησε σε μια εκτεταμένη και συστηματική περιθωριοποίηση ενός τεράστιου όγκου κειμένων της ελληνιστικής, της αυτοκρατορικής και της ύστερης αρχαιότητας. Η παραμέληση αυτή δεν ήταν απολύτως τυχαία, αλλά υπαγορεύτηκε από ένα πλέγμα αξιολογικών κρίσεων, εκπαιδευτικών προτεραιοτήτων και γλωσσικών δυσκολιών.
Ένας θεμελιώδης παράγοντας που καθόρισε ποια κείμενα διαβάζονταν, αντιγράφονταν και, συνεπώς, διασώθηκαν, ήταν η εγγενής γλωσσική και συντακτική τους δυσκολία. Στην αρχαιότητα, τα κείμενα δεν αντιμετωπίζονταν ως ομοιογενή σε επίπεδο προσβασιμότητας. Η τραγωδία, για παράδειγμα, χρησιμοποιούσε ένα εξαιρετικά πυκνό, ποιητικό λεξιλόγιο με μεγάλες συντακτικές ελευθερίες, ενώ ο πεζός λόγος συγγραφέων όπως ο Θουκυδίδης θεωρούνταν ανυπέρβλητα δύσκολος, ακόμη και από φυσικούς ομιλητές της αρχαίας ελληνικής ή Ρωμαίους με άριστη γνώση της γλώσσας. Οι δυσκολίες αυτές αποτυπώνονται με σαφήνεια στις εμπειρικές αξιολογήσεις της σύγχρονης φιλολογικής κοινότητας, όπου οι συγγραφείς κατατάσσονται σε μια κλίμακα γλωσσικής και ερμηνευτικής πρόκλησης: