Η μακροζωία είναι τελικά «γραμμένη» στα γονίδια

Εχουμε ακούσει ή διαβάσει κατά καιρούς σχετικά με πλήθος μυστικών της μακροζωίας: από τον καλό ύπνο και την έλλειψη τέκνων ως ένα ποτήρι καλό ουίσκι κάθε βραδάκι. Πρόσφατα όμως ερευνητές του Ινστιτούτου Επιστήμης Weizmann στο Ισραήλ έδωσαν, μέσω δημοσίευσης στο επιστημονικό περιοδικό «Science», μια πολύ πιο πεζή απάντηση, η οποία είναι πέρα και πάνω από το περιβάλλον και τις ατομικές συμπεριφορές: μια απάντηση που αφορά αποκλειστικά τα γονίδιά μας. Συγκεκριμένα, στη δημοσίευσή τους οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Ούρι Αλόν, ανέφεραν ότι μέχρι σήμερα η πραγματική γενετική συνεισφορά στο ανθρώπινο προσδόκιμο ζωής υποεκτιμάτο.

Και αυτό διότι σε παλαιότερες μελέτες, οι περισσότερες από τις οποίες χρονολογούνται από τον 19ο αιώνα, τα δεδομένα της «εξωγενούς θνησιμότητας» – η οποία προκαλείται από παράγοντες του εξωτερικού περιβάλλοντος όπως τα δυστυχήματα, οι πράξεις βίας, τα λοιμώδη νοσήματα – δεν καταγράφονταν σωστά. Ετσι οι μελέτες εκείνες απέδιδαν μόνο το 6% ως και περίπου 25% στα γονίδια.

Η ομάδα του Weizmann όμως θεωρούσε ότι τα ποσοστά αυτά είναι πολύ κατώτερα της πραγματικότητας. Ανέπτυξε λοιπόν ένα μαθηματικό μοντέλο που λάμβανε υπόψη την εξωγενή θνησιμότητα και την επίδραση της βιολογικής γήρανσης και στο οποίο εισήχθησαν επίσης στοιχεία σχετικά με το προσδόκιμο ζωής από βάσεις δεδομένων που περιελάμβαναν χιλιάδες ζεύγη διδύμων από τη Δανία και τη Σουηδία.

Διπλασιασμός του ποσοστού που οφείλεται στα γονίδια

Οι ερευνητές αφαίρεσαν την επίδραση της εξωγενούς θνησιμότητας προκειμένου να αποκαλύψουν το πραγματικό σήμα της βιολογικής γήρανσης η οποία οφείλεται στα γονίδια. Και τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά καθώς έδειξαν ότι ποσοστό άνω του 50% του ανθρώπινου προσδόκιμου ζωής οφείλεται στα γονίδια – κοινώς ποσοστό διπλάσιο από ό,τι πιστευόταν ως σήμερα, το οποίο, κατά τους ερευνητές, συνάδει με τα ευρήματα πειραμάτων σε ποντίκια στο εργαστήριο.

Υπάρχει βέβαια και το υπόλοιπο 50% – για να μην τα ρίχνουμε όλα στη… γενετική μοίρα μας. Σύμφωνα με τους ειδικούς του Weizmann, το ποσοστό αυτό εξηγείται από παράγοντες όπως τυχαίες βιολογικές επιδράσεις αλλά και επιδράσεις του περιβάλλοντος, στις οποίες ανήκουν οι «συνήθεις ύποπτοι»: τρόπος ζωής, διατροφή, άσκηση, κοινωνική αλληλεπίδραση, ρύπανση του περιβάλλοντος κ.ά.

Οι ερευνητές πήγαν όμως ένα βήμα πιο πέρα και προσπάθησαν να επιβεβαιώσουν αυτά τα αποτελέσματα χρησιμοποιώντας μια επιπλέον βάση δεδομένων που περιελάμβανε υπεραιωνόβια αδέλφια στις ΗΠΑ – και εκεί το ποσοστό της γονιδιακής επίδρασης στη μακροζωία φάνηκε να κυμαίνεται στο 50%.

Επιπλέον ανάλυση σε μια άλλη σουηδική βάση δεδομένων έδειξε ότι η εξωγενής θνησιμότητα μειώθηκε από τις αρχές του 20ού αιώνα – πιθανότατα χάρη στη βελτίωση παραγόντων όπως η δημόσια υγεία – με αποτέλεσμα η γονιδιακή συνεισφορά στο προσδόκιμο ζωής να αυξηθεί.

Το κυνήγι των προστατευτικών γονιδίων

Με βάση την ερευνητική ομάδα, τα όσα βλέπουμε στην πράξη επιβεβαιώνουν τον σημαντικό ρόλο που παίζουν τα γονίδια στη μακροζωία. Οι ειδικοί του Weizmann υπογραμμίζουν, για παράδειγμα, ότι περίπου 20% των υπεραιωνόβιων ξεπερνούν τα 100 χρόνια ζωής χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας, γεγονός που μαρτυρεί πως διαθέτουν γονίδια που δρουν προστατευτικά ενάντια σε σοβαρές νόσους.

Παρότι η επιστήμη αναζητεί συνεχώς τέτοια προστατευτικά γονίδια της μακροζωίας και έχει φέρει στο φως αρκετά, υπάρχουν και πολλά άλλα που μένουν να ανακαλυφθούν.

Σχετικές δημοσιεύσεις