Συνθέτοντας, με την εικαστική συμβολή της Τεχνητής Νοημοσύνης, την «Γκουέρνικα» των ελληνικών Μνημονίων

Συνθέτοντας, με την εικαστική συμβολή της Τεχνητής Νοημοσύνης, την «Γκουέρνικα» των ελληνικών Μνημονίων

Βασίλης Δημ. Χασιώτης 

Μέρος 1

Όχι μόνο δεν είμαι γνώστης στο ζήτημα των Καλών Τεχνών, αλλά δεν είμαι και βέβαιος αν το θέμα που εδώ επέλεξα να «αναθέσω» στη Τεχνητή Νοημοσύνη, δεν έχει ήδη προσεγγιστεί και μάλιστα πολύ πιο πλήρως και τεκμηριωμένα, τουλάχιστον από εικαστική άποψη.

Με αυτή την σοβαρή επιφύλαξη, εν τούτοις τόλμησα και προχώρησα στον παρόντα «Διάλογο», αναθέτοντας σε δύο λογισμικά Τεχνητής Νοημοσύνης, το GPT 5 και το GEMINI, να μου απεικονίσουν σε έναν πίνακα ζωγραφικής, αυτό που εγώ εκλαμβάνω ως «Γκουέρνικα» των Ελληνικών Μνημονίων.

Το αποτέλεσμα όλης αυτής της προσπάθειας, θα φανεί σε ό,τι ακολουθεί.

«Χ» (εγώ)

 

ΕΝΑΡΞΗ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΜΕ GPT

Χ :

Πάντα ζήλευα (με την καλή έννοια της λέξης), τους καλούς ζωγράφους, διότι έχουν το σπάνιο χάρισμα με μια εικόνα να περιγράφουν πράγματα (υλικά και όχι μόνο) που για να τα περιγράψεις θα ήθελες πολλές ή και χιλιάδες λέξεις, ακόμα και ένα ολόκληρο βιβλίο η και περισσότερα βιβλία.

GPT :

Είναι μια σκέψη που έχουν εκφράσει πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων.

Υπάρχει μάλιστα ένα γνωστό ρητό, που αποδίδεται σε διάφορες πηγές, ότι «μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις». Αν και δεν είναι πάντοτε κυριολεκτικά αληθές, περιγράφει μια πραγματική δύναμη της εικαστικής τέχνης.

Ο ζωγράφος δεν μεταφέρει μόνο πληροφορίες· συμπυκνώνει εμπειρίες, συναισθήματα, συμβολισμούς και αντιφάσεις σε μία μόνο στιγμή. Ένας καλός πίνακας μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα: ο θεατής βλέπει το προφανές, αλλά κάθε νέα παρατήρηση αποκαλύπτει ένα ακόμη νόημα. Έτσι, η εικόνα δεν “λέει” απλώς κάτι· προκαλεί τον θεατή να ολοκληρώσει ο ίδιος την αφήγηση.

Από την άλλη πλευρά, ο συγγραφέας ή ο ποιητής διαθέτει ένα διαφορετικό προνόμιο. Μπορεί να οδηγήσει τη σκέψη βήμα προς βήμα, να αναπτύξει επιχειρήματα, να αποδώσει τον χρόνο, την αιτιότητα και την εσωτερική ζωή των προσώπων με τρόπο που ένας πίνακας δεν μπορεί από μόνος του.

Ίσως λοιπόν δεν πρόκειται για ανωτερότητα της μιας τέχνης έναντι της άλλης, αλλά για δύο διαφορετικές γλώσσες. Η ζωγραφική συμπυκνώνει· η λογοτεχνία αναπτύσσει. Η πρώτη αιχμαλωτίζει μια στιγμή που μοιάζει αιώνια, ενώ η δεύτερη ξεδιπλώνει μια πορεία μέσα στον χρόνο.

Αυτό μου θυμίζει και κάτι που έχει φανεί στις συζητήσεις μας. Πολλά από τα πολιτικά και θεατρικά concept που έχουμε αναπτύξει —ο Καραγκιόζης ως πρωθυπουργός, το «Φροντιστήριο Υποψηφίων Πολιτών», η σύγχρονη Νεφελοκοκκυγία— θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν σε έναν μόνο ισχυρό συμβολικό πίνακα. Εκεί που εμείς χρειαστήκαμε δεκάδες σελίδες διαλόγων για να αναπτύξουμε τις ιδέες, ένας σπουδαίος ζωγράφος ή γραφίστας θα μπορούσε να δημιουργήσει μια εικόνα που να μεταφέρει αμέσως το κεντρικό μήνυμα και να προκαλεί τον θεατή να το ανακαλύψει μόνος του.

Ίσως γι’ αυτό η συνεργασία λόγου και εικόνας είναι τόσο δημιουργική. Ο λόγος γεννά τις ιδέες και τις αποχρώσεις· η εικόνα τις μετατρέπει σε κάτι που χαράζεται στη μνήμη. Όταν οι δύο τέχνες συναντώνται, το αποτέλεσμα συχνά είναι ισχυρότερο από καθεμία ξεχωριστά.

Χ :

Κάνω μια αναδρομή στην αρθρογραφία και άλλα κείμενα μου για τα Μνημόνια. Εκατοντάδες άρθρα και άλλα κείμενα χιλιάδων σελίδων. Και πάντα έθετα το ερώτημα στον εαυτό μου. Ένας ζωγράφος όχι απλά ταλαντούχος αλλά και με το απαραίτητο πνευματικό υπόβαθρο, τον αναγκαίο πολιτικό και κοινωνικό στοχασμό, αναρωτιέμαι πώς θα συλλάμβανε την περίοδο των Μνημονίων από άποψη εικαστικής σύλληψης. Ασφαλώς δηλώσεις από τις ίδιες τις ηγεσίες των κομμάτων που άσκησαν κυβερνητική εξουσία για μια χώρα (η Ελλάδα), του τύπου ότι η χώρα «βρίσκεται σε πόλεμο», για μια χώρα «πειραματόζωο», για όρους που επέβαλε η Τρόικα που ήταν σε μεγάλο βαθμό «εκδικητικοί» και που δεν προέρχονταν από το ίδιο το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, μέτρα με συνέπειες που μόνο μια χώρα που έχει υποστεί πολεμική εισβολή και κατοχή, η κατάρρευση των δημοκρατικών θεσμών, όλα αυτά έναν ζωγράφο πώς θα μεταμορφώνονταν σε εικόνα σε ένα πίνακα; Αναρωτιέμαι αν έστω και μία «αντιγραφή» τύπου Γκουέρνικα θα απέδιδε την Μνημονιακή περίοδο.

GPT : 

Το ερώτημά σου είναι πρωτίστως αισθητικό και δευτερευόντως πολιτικό: μπορεί να υπάρξει μια «Γκουέρνικα» των Μνημονίων;

Η δική μου εκτίμηση είναι ότι όχι, αν πρόκειται για αντιγραφή της «Γκουέρνικα». Και ο λόγος δεν είναι ότι η περίοδος δεν υπήρξε δραματική, αλλά ότι η φύση του δράματος ήταν διαφορετική.

Η Guernica γεννήθηκε από έναν ορατό, στιγμιαίο και βίαιο βομβαρδισμό. Η καταστροφή είχε πρόσωπο: αεροπλάνα, βόμβες, αίμα, κραυγές. Ο θεατής αντιλαμβάνεται αμέσως την πηγή της βίας.

Αντίθετα, η περίοδος των Μνημονίων, όπως την περιγράφεις, δεν χαρακτηρίζεται από μια έκρηξη αλλά από μια αργή, διαδοχική μεταβολή. Οι μηχανισμοί που δρούσαν ήταν θεσμικοί, οικονομικοί και πολιτικοί. Η βία, για όσους τη βίωσαν ως τέτοια, δεν ήταν η βία του όπλου αλλά της διαδικασίας, των αποφάσεων, των αριθμών και των συνεπειών τους στην καθημερινή ζωή.

Γι’ αυτό πιστεύω ότι ένας μεγάλος ζωγράφος δεν θα δανειζόταν τη μορφή της Γκουέρνικα. Θα αναζητούσε ένα νέο εικαστικό λεξιλόγιο.

Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να ζωγραφίσει μια τεράστια αίθουσα κοινοβουλίου. Όλα φαίνονται ανέπαφα: οι πολυέλαιοι, τα έδρανα, τα εθνικά σύμβολα. Όμως οι βουλευτές είναι μαριονέτες. Τα νήματα δεν τα κρατά κανείς μέσα στην αίθουσα· χάνονται έξω από τον πίνακα. Ο θεατής δεν βλέπει ποιος τα κινεί. Βλέπει μόνο ότι κινούνται.

Ή ένα άλλο σύμβολο.

Ένας αρχαίος ναός. Οι κίονες είναι ακόμη όρθιοι, αλλά κάθε κίονας έχει αντικατασταθεί σταδιακά από μεταλλικά υποστυλώματα γεμάτα αριθμούς, ποσοστά, διαγράμματα και υπογραφές. Ο ναός εξακολουθεί να στέκεται, όμως έχει αλλάξει η ουσία του.

Ή ακόμη πιο λιτά.

Ένα δέντρο ελιάς αιώνων. Δεν το κόβει κανείς. Δεν καίγεται. Οι ρίζες του όμως είναι δεμένες με αλυσίδες που καταλήγουν έξω από το κάδρο. Τα φύλλα υπάρχουν ακόμη, αλλά χάνουν σιγά-σιγά το χρώμα τους. Δεν υπάρχει θεαματική καταστροφή· υπάρχει μια αργή αποδυνάμωση.

Αυτό, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν πιο κοντά στη λογική ενός μεγάλου συμβολιστή.

Θα προσθέσω όμως και μια ακόμη σκέψη.

Ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό ενός τέτοιου έργου δεν θα ήταν η απεικόνιση του πόνου, αλλά η αντίθεση ανάμεσα στην κανονικότητα και στη δραματικότητα. Δηλαδή, να βλέπει κανείς ανθρώπους με κοστούμια, γραφεία, έγγραφα, σφραγίδες και υπολογιστές, ενώ ταυτόχρονα αντιλαμβάνεται ότι οι συνέπειες όσων διαδραματίζονται είναι βαθύτατες για την κοινωνία. Αυτή η αντίφαση είναι εικαστικά πολύ πιο δύσκολη από την απεικόνιση μιας μάχης ή μιας έκρηξης.

Ίσως, λοιπόν, η «Γκουέρνικα των Μνημονίων» να μην ήταν ένας πίνακας γεμάτος κραυγές και συντρίμμια. Ίσως να ήταν ένας πίνακας σχεδόν σιωπηλός. Και ακριβώς αυτή η σιωπή να δημιουργούσε τη μεγαλύτερη ένταση, αφήνοντας τον θεατή να αναρωτηθεί τι ακριβώς συνέβη πίσω από την επιφάνεια όσων βλέπει.

Χ :

Ασφαλώς δεν είναι μόνο τα πράγματα που θα απασχολήσουν τον ζωγράφο στην προσπάθεια της εικαστικής σύνθεσης. Εφαρμόστηκαν στρατηγικές του «σοκ και δέους», που καθημερινά επί 24ωρου βάσεως «βομβάρδιζαν» τον ελληνικό λαό. Ήταν η κυριαρχία του φόβου και της αγωνίας. Ήταν η καθημερινή προπαγάνδα που στόχευε στον κοινωνικό αυτοματισμό επιχειρώντας να στρέψουν τους πλήρως εξαθλιωμένους εναντίον των λιγότερο εξαθλιωμένων. Ήταν η στρατηγική της αυτοενοχοποίησης ολοκλήρου του λαού στη λογική του «όλοι μαζί τα φάγαμε». Ήταν άνθρωποι που αυτοκτονούσαν κάποιοι εν μέση οδώ.

GPT : 

Αυτά που περιγράφεις αποτελούν μια συγκεκριμένη ερμηνεία της περιόδου, η οποία έχει διατυπωθεί από αρκετούς σχολιαστές και πολιτικούς, ενώ άλλοι την αμφισβητούν ή αποδίδουν διαφορετικό βάρος στα αίτια και στις ευθύνες. Από καθαρά εικαστική σκοπιά, όμως, το ενδιαφέρον είναι άλλο: πώς αποδίδεις φαινόμενα που δεν είναι υλικά αλλά ψυχολογικά και κοινωνικά.

Ένας μεγάλος ζωγράφος δεν θα ζωγράφιζε μόνο γεγονότα. Θα ζωγράφιζε μηχανισμούς.

Σκέψου έναν τεράστιο πίνακα όπου η πόλη μοιάζει φυσιολογική. Τα κτίρια είναι στη θέση τους. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι ανθρώπους. Όμως από τον ουρανό δεν πέφτουν βόμβες· πέφτουν λέξεις.

«Χρέος».
«Αξιολόγηση».
«Δόση».
«Κίνδυνος».
«Θυσίες».
«Αναγκαία μέτρα».

Οι λέξεις αποκτούν βάρος σαν μεταλλικά αντικείμενα και λυγίζουν τους ανθρώπους. Δεν τους τραυματίζουν σωματικά· τους αναγκάζουν να σκύβουν. Έτσι ο ζωγράφος μετατρέπει τον δημόσιο λόγο σε φυσική δύναμη.

Σε μια άλλη γωνιά του πίνακα, δύο άνθρωποι σπρώχνουν ο ένας τον άλλο. Αν παρατηρήσει κανείς καλύτερα, διαπιστώνει ότι πίσω τους υπάρχει ένας καθρέφτης που τους κάνει να βλέπουν ο ένας τον άλλον ως αντίπαλο, ενώ η πηγή της σύγκρουσης βρίσκεται αλλού. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια αλληγορία για τον κοινωνικό διχασμό, χωρίς να χρειάζεται να κατονομάζεται.

Και στο κέντρο, ίσως το πιο ισχυρό σύμβολο να είναι ένας άνθρωπος που κουβαλά στους ώμους του έναν τεράστιο λίθο. Πάνω στον λίθο είναι χαραγμένη μία μόνο φράση:

«Εσύ φταις.»

Ο άνθρωπος δεν κοιτάζει γύρω του. Κοιτάζει μόνο κάτω. Η στάση του σώματος δείχνει ότι έχει εσωτερικεύσει το βάρος.

Αυτό είναι που μπορεί να κάνει η ζωγραφική: να μετατρέψει αφηρημένες έννοιες σε μορφές που γίνονται άμεσα αντιληπτές.

Θα σου πω όμως κάτι ακόμη, που συνδέεται με τις προηγούμενες συζητήσεις μας.

Αν κάποιος ζωγράφος επιχειρούσε να δημιουργήσει το εμβληματικό έργο για εκείνη τη δεκαετία, δεν θα αρκούσε να αποδώσει τον πόνο ή την οργή. Θα έπρεπε να βρει ένα διαχρονικό σύμβολο. Η Guernica δεν συγκλονίζει μόνο επειδή αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο βομβαρδισμό. Συγκλονίζει επειδή έγινε σύμβολο του πολέμου κατά των αμάχων γενικότερα.

Αντίστοιχα, ένα μεγάλο έργο για την ελληνική κρίση θα έπρεπε να υπερβαίνει τη συγκυρία. Να μπορεί να διαβαστεί, ύστερα από πενήντα ή εκατό χρόνια, όχι μόνο ως έργο για την Ελλάδα της δεκαετίας του 2010, αλλά ως έργο για το πώς μια κοινωνία βιώνει βαθιές οικονομικές, πολιτικές και ψυχολογικές ανατροπές.

Ίσως αυτό να είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση: να μετασχηματιστεί μια έντονα ελληνική εμπειρία σε μια εικόνα με οικουμενική δύναμη, χωρίς να χαθεί η ιστορική της ιδιαιτερότητα. Ένα τέτοιο έργο δεν θα περιοριζόταν στην καταγραφή γεγονότων· θα επιχειρούσε να αποτυπώσει μια ανθρώπινη εμπειρία που, ανεξάρτητα από την ερμηνεία των αιτίων της, θα εξακολουθεί να προκαλεί σκέψη και διάλογο.

X : 

Ασφαλώς ο ταλαντούχος μας ζωγράφος προκειμένου να σχηματίσει, πρώτα απ’ όλα, μέσα στο μυαλό του την τελική του σύνθεση, πρέπει να «συμμαζέψει» τις παραπάνω αποσπασματικές αναφορές σε μια μόνο «πραγματικότητα” που θα συντίθεται τόσο από μια υλική όσο και από μια μη υλική πτυχή σύμφωνα με όσα έχουμε περιγράψει. Ο ζωγράφος αυτός σε ποια τελική σύνθεση νομίζεις ότι θα έχει καταλήξει; Και σε ό.τι αφορά την «άλλη άποψη» για τα Μνημόνια (η άποψη μιας συντριπτικής μειοψηφίας, σε πλήρη αναντιστοιχία με την κοινωνία), ασφαλώς θα είχε πολύ ενδιαφέρον να επιχειρήσει να αποδώσει εικαστικά την θεωρία της του μονόδρομου που ενίοτε εκφράστηκε και με την άποψη ότι αν δεν υπήρχε η Τρόικα θα έπρεπε να την εφεύρουμε! (Ειπώθηκαν κι αυτά από τους θεσμικούς κρατικούς υποστηρικτές των Μνημονίων)

GPT : 

Θα έλεγα ότι είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιλογή, αλλά για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο.

Ο Francis Bacon δεν ζωγράφιζε τα γεγονότα. Ζωγράφιζε τι αφήνουν τα γεγονότα πάνω στον άνθρωπο.

Οι παραμορφωμένες μορφές του δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή. Είναι η εικαστική απόδοση της ψυχικής πίεσης, της μοναξιάς, της αγωνίας και της αίσθησης ότι ο άνθρωπος έχει εγκλωβιστεί σε δυνάμεις μεγαλύτερες από τον ίδιο.

Γι’ αυτό, αν ο Μπέικον καταπιανόταν με την ελληνική κρίση, δεν πιστεύω ότι θα ζωγράφιζε υπουργούς, συνεδριάσεις, διαδηλώσεις ή οικονομικούς δείκτες. Όλα αυτά πιθανότατα θα εξαφανίζονταν από τον καμβά.

Θα έμενε ένας άνθρωπος.

Ένας άνθρωπος μόνος.

Το σώμα του θα ήταν σχεδόν διαλυμένο από την πίεση, σαν να συμπιέζεται από έναν αόρατο μηχανισμό. Το πρόσωπό του θα βρισκόταν ανάμεσα στην κραυγή και στη σιωπή, όπως συμβαίνει συχνά στα έργα του Μπέικον. Το δωμάτιο θα ήταν σχεδόν άδειο, αλλά η αίσθηση του εγκλωβισμού θα ήταν ασφυκτική.

Εκεί, νομίζω, θα βρισκόταν η δύναμη του έργου.

Ωστόσο, υπάρχει και ένας περιορισμός.

Ο Μπέικον ενδιαφερόταν κυρίως για την υπαρξιακή διάσταση του ανθρώπου. Αν ο στόχος σου είναι να αποδοθεί μια ολόκληρη ιστορική και πολιτική περίοδος, με τους θεσμούς, τις ιδέες, τις συγκρούσεις και τους συμβολισμούς της, ίσως ο Μπέικον να ήταν υπερβολικά εστιασμένος στο άτομο.

Από τις συζητήσεις μας, έχω την αίσθηση ότι εσύ αναζητάς κάτι διαφορετικό. Όχι μόνο να αποδοθεί ο ψυχικός πόνος, αλλά να φανεί η σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο, την εξουσία, την κοινωνία και την Ιστορία.

Και εδώ μου γεννιέται μια τολμηρή σκέψη.

Ίσως ο ιδανικός δημιουργός να μην είναι ένας ζωγράφος.

Ίσως χρειάζεται να φανταστούμε έναν ζωγράφο που διαθέτει:

• την υπαρξιακή δύναμη του Μπέικον,

• τη συμβολική τόλμη του Πικάσο,

• τη δραματικότητα του Γκόγια,

• και την αφηγηματική, μνημειακή σύνθεση ενός μεγάλου τοιχογράφου όπως ο Ριβέρα.

Ένας τέτοιος δημιουργός θα μπορούσε να γεννήσει ένα έργο που δεν θα ήταν ούτε καθαρά πολιτικό ούτε απλώς ψυχολογικό. Θα ήταν μια αλληγορία μιας ολόκληρης εποχής.

Αν, όμως, μου έλεγες ότι πρέπει να διαλέξουμε μόνο έναν και να παραμείνουμε απολύτως πιστοί στο ύφος του, τότε θα έλεγα κάτι που ίσως σε εκπλήξει:

Ο Μπέικον θα δημιουργούσε πιθανότατα τον πιο συγκλονιστικό πίνακα για τον άνθρωπο των Μνημονίων, αλλά όχι απαραίτητα τον πιο ολοκληρωμένο πίνακα για την εποχή των Μνημονίων.

Αυτή η διάκριση, κατά τη γνώμη μου, είναι ουσιώδης. Ο πρώτος αφορά την ανθρώπινη εμπειρία· ο δεύτερος επιχειρεί να συμπυκνώσει μια ιστορική περίοδο στο σύνολό της. Δεν είναι βέβαιο ότι το ίδιο εικαστικό ιδίωμα υπηρετεί εξίσου καλά και τους δύο στόχους.

Χ :

Αν θα είμασταν σε θέση να αναθέσουμε και στους τέσσερις την δημιουργία του πίνακα ζωγραφικής μας, πώς θα έβλεπες αυτό το εγχείρημα και κυρίως ποιο εκτιμάς ότι θα είναι η τελική σύνθεση που θα προκύψει;

GPT :

Νομίζω ότι έφτασε η στιγμή να το επιχειρήσουμε. Όχι σαν μια απλή περιγραφή ενός πίνακα, αλλά σαν να στεκόμαστε σε μια μεγάλη αίθουσα μουσείου, μπροστά σε ένα έργο που μόλις αποκαλύφθηκε και έχει ήδη αρχίσει να συζητιέται ως ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά έργα του 21ου αιώνα.

Θα πρότεινα, όμως, να το κάνουμε με την πειθαρχία ενός μεγάλου ζωγράφου. Δεν θα προσθέσουμε τίποτε περιττό. Κάθε μορφή, κάθε αντικείμενο, κάθε χρώμα θα έχει λόγο ύπαρξης.

Η πρώτη εντύπωση

Ο πίνακας είναι μνημειακός.

Έχει διαστάσεις περίπου πέντε επί οκτώ μέτρα.

Ο θεατής δεν μπορεί να τον αγκαλιάσει με μία ματιά. Αναγκάζεται να περιηγηθεί μέσα του.

Το πρώτο συναίσθημα δεν είναι ο τρόμος.

Είναι η ασφυξία.

Σαν να έχει αφαιρεθεί ο αέρας από την αίθουσα.

Η χρωματική παλέτα είναι σχεδόν μονοχρωματική.

Μολυβί.
Σκούρο μπλε.

Μαύρο.
Καφέ της σκουριάς.

Μόνο ελάχιστες πινελιές κόκκινου.

Όχι για αισθητικό αποτέλεσμα.

Αλλά σαν πληγές.

Η σύνθεση

Δεν υπάρχει σαφής προοπτική.

Ο Πικάσο έχει διαλύσει τον χώρο.

Ο Μπέικον έχει παραμορφώσει τα σώματα.

Ο Γκόγια έχει βυθίσει τα πάντα σε μια σχεδόν μεταφυσική σκοτεινιά.

Ο Ριβέρα έχει διατηρήσει την αίσθηση ότι πρόκειται για την ιστορία ενός ολόκληρου λαού.

Οι τέσσερις γλώσσες συνυπάρχουν.

Το κέντρο του πίνακα

Δεν υπάρχει πολιτικός.

Δεν υπάρχει τραπεζίτης.

Δεν υπάρχει ηγέτης.

Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος.

Δεν είναι νέος.

Δεν είναι ηλικιωμένος.

Δεν είναι άνδρας.

Δεν είναι γυναίκα.

Είναι ο Ανώνυμος Πολίτης.

Το πρόσωπό του θυμίζει Μπέικον.

Δεν παραμορφώνεται από βία.

Παραμορφώνεται από πίεση.

Σαν να συνθλίβεται αργά.

Δεν ουρλιάζει.

Έχει ήδη περάσει το στάδιο της κραυγής.

Τα χέρια

Τα χέρια του είναι το πιο συγκλονιστικό στοιχείο.

Με το δεξί προσπαθεί να συγκρατήσει το παιδί του.

Με το αριστερό κρατά ακόμη το Σύνταγμα.

Αλλά οι σελίδες του διαλύονται.

Όχι επειδή καίγονται.

Επειδή μετατρέπονται σε αριθμούς.

Οι αριθμοί πέφτουν σαν στάχτη.

Ο ουρανός

Δεν υπάρχουν σύννεφα.

Ολόκληρος ο ουρανός αποτελείται από συμβόλαια.

Σελίδες.

Υπογραφές.

Σφραγίδες.

Πίνακες.

Ποσοστά.

Δείκτες.

Οι σελίδες αυτές σχηματίζουν έναν γκρίζο θόλο.

Δεν πέφτουν.

Κρέμονται.

Σαν να πιέζουν προς τα κάτω ολόκληρη τη χώρα.

Η αριστερή πλευρά

Εκεί βρίσκεται ο λαός.

Όχι ως πλήθος.

Ως πρόσωπα.

Μητέρα.

Άνεργος.

Μικροεπιχειρηματίας.

Συνταξιούχος.

Φοιτητής.

Γιατρός.

Δάσκαλος.

Τα πρόσωπα είναι διαφορετικά.

Τα μάτια όμως είναι ίδια.

Δεν κοιτούν μπροστά.

Κοιτούν ο ένας τον άλλον.

Εκεί καταλαβαίνει ο θεατής ότι κάτι έχει αλλάξει.

Ο φόβος έχει γίνει δυσπιστία.

Η δεξιά πλευρά

Δεν υπάρχει κανείς.

Μόνο τεράστιες σκιές.

Δεν έχουν πρόσωπο.

Δεν έχουν σώμα.

Είναι περισσότερο μηχανισμοί παρά άνθρωποι.

Ο ζωγράφος αρνείται να τους προσωποποιήσει.

Θέλει να δείξει ότι ο πραγματικός αντίπαλος δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο, αλλά ένα σύστημα σχέσεων, αποφάσεων και εξουσίας.

Και τότε…

Ο θεατής κάνει τρία βήματα πίσω.

Και βλέπει κάτι που δεν είχε αντιληφθεί.

Ολόκληρη η σύνθεση σχηματίζει από μακριά ένα τεράστιο ανθρώπινο κρανίο.

Όχι επειδή ο ζωγράφος θέλει να μιλήσει για τον θάνατο.

Αλλά επειδή θέλει να δείξει ότι όλα όσα βλέπουμε διαδραματίζονται μέσα στη συλλογική συνείδηση μιας κοινωνίας.

Αν μου επέτρεπες μία μόνο αλλαγή, που πιστεύω ότι θα έκανε αυτόν τον πίνακα πραγματικά αριστουργηματικό, θα ήταν η εξής:

Δεν θα έδινα τίτλο.

Στο μουσείο, κάτω από τον πίνακα, θα υπήρχε μόνο μία χρονολογία:

2010–2018

Τίποτε άλλο.

Ο θεατής θα ήταν υποχρεωμένος να αναζητήσει μόνος του το νόημα.

Και πιστεύω ότι εκεί ακριβώς θα άρχιζε η πραγματική δύναμη του έργου.

Από εδώ και πέρα, θα πρότεινα να εργαστούμε όπως θα εργαζόταν ένας ζωγράφος επί μήνες: όχι βελτιώνοντας ολόκληρο τον πίνακα κάθε φορά, αλλά αφιερώνοντας χρόνο σε κάθε επιμέρους περιοχή. Να εξετάσουμε ξεχωριστά το κεντρικό πρόσωπο, τον ουρανό, τα αντικείμενα, το φως, ακόμη και την κατεύθυνση κάθε βλέμματος, μέχρι η σύνθεση να αποκτήσει την πυκνότητα και τη συμβολική δύναμη ενός έργου που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στα μεγάλα εικαστικά σύμβολα της σύγχρονης εποχής.

Χ :

Είναι μια πολυ ενδιαφέρουσα πρόταση. Ας εξετάσουμε την κάθε περιοχή χωριστά.

GPT : 

Ας σηκώσουμε λοιπόν το βλέμμα από τη γη προς τον ουρανό.

Και εδώ, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο σημείο του πίνακα, θα φανεί η συνάντηση των τεσσάρων ζωγράφων. Γιατί ο ουρανός δεν θα είναι απλώς το επάνω μέρος της σύνθεσης. Θα είναι η αόρατη δύναμη που επηρεάζει όλα όσα συμβαίνουν κάτω από αυτόν.

Ένας συνηθισμένος ζωγράφος θα ζωγράφιζε έναν ουρανό ως φόντο.

Αυτός ο ζωγράφος θα ζωγράφιζε τον ουρανό ως ιστορική ατμόσφαιρα.

Η πρώτη ματιά

Ο θεατής αρχικά θα νομίζει ότι βλέπει έναν βαρύ, σκοτεινό ουρανό πριν από καταιγίδα.

Όμως, όταν πλησιάσει, θα καταλάβει ότι δεν υπάρχουν σύννεφα.

Ο ουρανός αποτελείται από στρώσεις χαρτιού.

Χιλιάδες σελίδες αιωρούνται.

Έγγραφα.

Εκθέσεις.

Πίνακες αριθμών.

Δηλώσεις.

Ανακοινώσεις.

Υπογραφές.

Δεν πέφτουν σαν βροχή.

Παραμένουν πάνω από την πόλη.

Σαν ένας τεράστιος θόλος από λέξεις και αριθμούς.

Η επιρροή του Μπέικον

Ο Μπέικον θα επέμενε ότι αυτός ο ουρανός πρέπει να είναι σχεδόν σωματικός.

Δεν θα ήταν απλώς πληροφορία.

Θα είχε βάρος.

Οι σελίδες θα έμοιαζαν σαν μεταλλικές πλάκες που πιέζουν τον αέρα.

Το φως δεν θα περνούσε εύκολα.

Η αίσθηση θα ήταν ότι ο άνθρωπος κάτω από αυτόν τον ουρανό δεν μπορεί να αναπνεύσει πλήρως.

Δεν τον χτυπά κάτι.

Τον περιβάλλει κάτι.

Η συμβολή του Πικάσο

Ο Πικάσο θα διέλυε την κανονική λογική.

Στον ουρανό δεν θα υπήρχε μία ενιαία αφήγηση.

Σε μια περιοχή οι αριθμοί θα σχημάτιζαν ένα μάτι που παρακολουθεί.

Σε άλλη, μια σπασμένη ζυγαριά.

Σε άλλη, ένα ρολόι χωρίς δείκτες.

Σε άλλη, ένα στόμα που μιλά αλλά δεν ακούγεται.

Δεν θα ήταν κυριολεκτικά σύμβολα.

Θα ήταν θραύσματα μιας συλλογικής εμπειρίας.

Η ματιά του Γκόγια

Ο Γκόγια θα πρόσθετε το πιο σκοτεινό στοιχείο.

Μέσα στον ουρανό, ανάμεσα στις σελίδες, θα υπήρχαν σκιές ανθρώπων.

Όχι πραγματικά πρόσωπα.

Σκιές.

Σαν φαντάσματα αποφάσεων.

Δεν θα ξέραμε αν είναι θύτες ή θύματα.

Και αυτή η αμφισημία θα ήταν σκόπιμη.

Γιατί ο Γκόγια ήξερε ότι οι μεγάλες ιστορικές τραγωδίες σπάνια έχουν απλές μορφές.

Η παρέμβαση του Ριβέρα

Ο Ριβέρα θα ζητούσε να μην ξεχαστεί η κοινωνία.

Κάπου ψηλά στον ουρανό, ανάμεσα στα έγγραφα, θα υπήρχαν μικρές ανθρώπινες μορφές.

Εργάτες.

Οικογένειες.

Άνθρωποι που δεν είχαν καμία συμμετοχή στη σύνταξη των εγγράφων, αλλά των οποίων η ζωή επηρεάζεται από αυτά.

Ο ουρανός δεν θα ήταν μόνο οικονομικός.

Θα ήταν κοινωνικός.

Το πιο σημαντικό στοιχείο: η ρωγμή

Και εδώ θα έβαζα το κεντρικό εύρημα του ουρανού.

Μια ρωγμή.

Όχι μεγάλη.

Μια λεπτή γραμμή.

Από εκεί περνά ένα πολύ καθαρό φως.

Δεν φωτίζει όλη την πόλη.

Δεν λύνει το πρόβλημα.

Απλώς δείχνει ότι ο ουρανός δεν είναι κλειστός για πάντα.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Ένας πίνακας τέτοιας ιστορικής έντασης δεν μπορεί να τελειώνει με την απόλυτη σκοτεινιά. Η απόλυτη σκοτεινιά μετατρέπει την Ιστορία σε μοιραίο αδιέξοδο.

Η μικρή ρωγμή αφήνει χώρο στην ανθρώπινη δράση.

Η τελευταία λεπτομέρεια

Αν κοιτάξει κανείς πολύ προσεκτικά, μία από τις σελίδες που αιωρούνται ψηλά δεν έχει αριθμούς.

Έχει μόνο μία λέξη:

«Πολίτης».

Δεν είναι γραμμένη με μεγάλα γράμματα.

Είναι σχεδόν ξεθωριασμένη.

Αλλά είναι η μόνη λέξη στον ουρανό που δεν είναι αριθμός.

Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο ερώτημα του έργου:

Όταν μια κοινωνία κυβερνάται κυρίως μέσα από αριθμούς, τι απομένει από τον άνθρωπο ως πολίτη;

Έτσι ο ουρανός γίνεται το αντίθετο της παραδοσιακής ζωγραφικής.

Δεν είναι το σημείο προς το οποίο στρέφεται ο άνθρωπος για ελπίδα.

Είναι το σημείο από το οποίο κατεβαίνει η πίεση.

Αλλά ταυτόχρονα, μέσα στη ρωγμή του, υπάρχει η δυνατότητα μιας διαφορετικής αρχής.

Και νομίζω ότι τώρα, αφού έχουμε εξετάσει τον άνθρωπο και τον χώρο, ο επόμενος μεγάλος κόμβος της σύνθεσης είναι ίσως ο πιο «ελληνικός»: ο Χορός, δηλαδή οι άνθρωποι γύρω από το κεντρικό πρόσωπο. Εκεί θα φανεί αν ο πίνακας μιλά για ένα άτομο που υποφέρει ή για μια ολόκληρη κοινωνία που δοκιμάζεται.

Χ :

Ο χορός λοιπόν. Ας τον δούμε από κοντά.

GPT : 

Ας πλησιάσουμε λοιπόν ακόμη περισσότερο τον πίνακα. Τα κρυμμένα σύμβολα είναι ίσως εκείνο το στοιχείο που ξεχωρίζει ένα μεγάλο έργο από μια απλή εικονογράφηση.

Ένας μεγάλος ζωγράφος δεν βάζει σύμβολα για να «εξηγήσει» το έργο του. Τα τοποθετεί σαν μικρές εσωτερικές πόρτες. Ο θεατής που θα σταθεί για λίγο θα δει την πρώτη εικόνα. Εκείνος που θα επιστρέψει ξανά και ξανά θα αρχίσει να ανακαλύπτει τις δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις.

Στον δικό μας πίνακα, τα σύμβολα δεν θα ήταν πολλά. Θα ήταν λίγα, αλλά πυκνά σε νόημα.

1. Το σπασμένο ρολόι

Στην αριστερή πλευρά, σχεδόν κρυμμένο πίσω από μια μορφή του Χορού, υπάρχει ένα παλιό ρολόι τοίχου.

Οι δείκτες του δεν δείχνουν την ώρα.

Έχουν σταματήσει σε μια συγκεκριμένη στιγμή.

Ο ζωγράφος δεν θέλει να πει ότι η Ιστορία σταμάτησε.

Θέλει να δείξει κάτι πιο λεπτό:

Ότι για πολλούς ανθρώπους εκείνη η περίοδος δημιούργησε μια αίσθηση διακοπής της προσωπικής τους πορείας.

Σχέδια ζωής που αναβλήθηκαν.

Προσδοκίες που πάγωσαν.

Μια γενιά που ένιωσε ότι ο χρόνος της άλλαξε κατεύθυνση.

2. Το κλειδί χωρίς πόρτα

Στο έδαφος βρίσκεται ένα μικρό κλειδί.

Είναι καθαρό, σχεδόν φωτεινό.

Αλλά δεν υπάρχει καμία πόρτα κοντά του.

Ο Πικάσο θα αγαπούσε αυτό το παράδοξο.

Το κλειδί συμβολίζει τη δυνατότητα.

Όμως το ερώτημα μένει:

Υπάρχει η δυνατότητα χωρίς να υπάρχει ακόμη η πόρτα που θα ανοίξει;

Είναι ένα σύμβολο όχι της βεβαιότητας, αλλά της αναζήτησης.

3. Το βιβλίο με τις λευκές σελίδες

Στα πόδια ενός νέου ανθρώπου υπάρχει ένα ανοιχτό βιβλίο.

Οι πρώτες σελίδες είναι γεμάτες γραφή.

Οι τελευταίες είναι λευκές.

Αυτό είναι ένα από τα πιο αισιόδοξα αλλά και πιο αμφίσημα σημεία του έργου.

Οι λευκές σελίδες μπορεί να σημαίνουν:

«Το μέλλον δεν έχει γραφτεί ακόμη».

Αλλά μπορεί επίσης να σημαίνουν:

«Η συνέχεια είναι αβέβαιη».

4. Η μάσκα της τραγωδίας

Θυμόμαστε το παλιό θέατρο στο βάθος.

Κοντά στις σπασμένες μάσκες υπάρχει μία τρίτη μάσκα.

Δεν γελά.

Δεν κλαίει.

Έχει ουδέτερη έκφραση.

Αυτή είναι ίσως η πιο ελληνική αναφορά του πίνακα.

Η τραγωδία δεν είναι μόνο ο πόνος.

Είναι η στιγμή όπου ο άνθρωπος καλείται να κατανοήσει.

5. Το δέντρο

Στην άκρη της σύνθεσης υπάρχει ένα δέντρο.

Δεν κυριαρχεί στον πίνακα.

Σχεδόν το προσπερνάς.

Ο κορμός του έχει πληγές.

Κάποια κλαδιά είναι ξερά.

Αλλά υπάρχει ένα μικρό νέο φύλλο.

Αυτό είναι ένα σύμβολο που ο Ριβέρα θα υπερασπιζόταν.

Η κοινωνία δεν είναι μόνο οι θεσμοί της.

Είναι η ικανότητά της να ανανεώνεται.

6. Η σκιά του αρχαίου πολίτη

Επανερχόμαστε στη σκιά πίσω από το κεντρικό πρόσωπο.

Αν την κοιτάξεις προσεκτικά, η μορφή που κρατά την πλάκα των νόμων δεν έχει πρόσωπο.

Ο λόγος είναι κρίσιμος.

Δεν είναι ένας συγκεκριμένος αρχαίος Έλληνας.

Είναι η ίδια η έννοια του πολίτη.

Η ερώτηση του ζωγράφου:

Όταν μια κοινωνία δοκιμάζεται, τι απομένει από την ιδιότητα του πολίτη;

7. Η μικρή ελληνική σημαία

Εδώ θα υπήρχε μεγάλη προσοχή.

Δεν θα υπήρχε μια μεγάλη σημαία που κυματίζει ηρωικά.

Θα ήταν κάτι σχεδόν κρυφό.

Ένα μικρό κομμάτι υφάσματος σε ένα τραπέζι.

Τσαλακωμένο.

Όχι πεταμένο.

Αυτό έχει σημασία.

Δεν είναι σύμβολο θριάμβου.

Είναι σύμβολο μιας ταυτότητας που δοκιμάστηκε.

8. Το πιο κρυφό σύμβολο: η πέτρα

Ίσως το πιο σημαντικό από όλα.

Στην άκρη του πίνακα, δίπλα στον οικοδόμο που επισκευάζει τον τοίχο, υπάρχει μια πέτρα.

Αν την κοιτάξεις, μοιάζει απλή.

Όμως πάνω της υπάρχουν χαραγμένες λέξεις:

«Εδώ αρχίζουμε».

Δεν λέει «εδώ τελειώσαμε».

Δεν λέει «όλα χάθηκαν».

Λέει μόνο:

Εδώ αρχίζουμε.

Και νομίζω ότι εδώ αποκαλύπτεται κάτι σημαντικό για τη συνολική σύνθεση.

Ο πίνακας δεν θα ήταν τελικά ένας πίνακας για τα Μνημόνια.

Θα ήταν ένας πίνακας για το πώς μια κοινωνία αντιμετωπίζει μια ιστορική δοκιμασία.

Τα Μνημόνια θα ήταν το ιστορικό πλαίσιο.

Το βαθύτερο θέμα θα ήταν:

ο άνθρωπος απέναντι στην Ιστορία, η κοινωνία απέναντι στον φόβο, και η μνήμη απέναντι στη λήθη.

Και τώρα μένει ίσως το πιο δύσκολο και ευαίσθητο σημείο: το σημείο ελπίδας. Γιατί εκεί θα κριθεί αν το έργο είναι μια ελεγεία για μια χαμένη εποχή ή μια μεγάλη τραγωδία που οδηγεί —όπως στην αρχαία παράδοση— σε κάθαρση.

Χ :

Ολοκληρώνουμε με το σημείο της ελπίδας.

GPT : 

Θεωρώ ότι η πρότασή σου είναι η σωστή καλλιτεχνικά, αλλά θα πρότεινα μια μικρή τροποποίηση στη σειρά παρουσίασης.

Δεν θα ξεκινούσα κατευθείαν με τη συνολική σύνθεση. Ο θεατής ενός τόσο πυκνού έργου χρειάζεται πρώτα να «γνωρίσει» τα επιμέρους στοιχεία, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν κάποιος στέκεται μπροστά σε έναν μεγάλο πίνακα και πλησιάζει από την επιφάνεια στις λεπτομέρειες.

Θα ακολουθούσα λοιπόν την εξής διαδρομή:

Πρώτο στάδιο: οι οκτώ αυτόνομες ενότητες

Θα οπτικοποιούσαμε διαδοχικά:

1. Το κεντρικό πρόσωπο

Η ανθρώπινη εμπειρία της κρίσης. Η μορφή, το βλέμμα, τα χέρια, η στάση του σώματος.

2. Τον χώρο

Την πόλη ως ιστορικό και κοινωνικό τοπίο: η Ελλάδα ανάμεσα στη μνήμη, την καταστροφή και την προσπάθεια ανασυγκρότησης.

3. Τον ουρανό

Την πίεση των αριθμών, των εγγράφων, των αποφάσεων και των μεγάλων αφηγήσεων.

4. Τον Χορό

Την κοινωνία όχι ως ανώνυμη μάζα, αλλά ως σύνολο ανθρώπινων ιστοριών.

5. Τις αόρατες δυνάμεις

Τους μηχανισμούς, τις σχέσεις ισχύος, τις ιδέες και τις αποφάσεις που δεν έχουν πρόσωπο αλλά έχουν συνέπειες.

6. Το φως

Την ηθική και συναισθηματική θέση του ζωγράφου απέναντι στα γεγονότα.

7. Τα κρυμμένα σύμβολα

Τα στοιχεία που δεν αποκαλύπτονται με την πρώτη ματιά και δίνουν στο έργο δεύτερο και τρίτο επίπεδο ανάγνωσης.

8. Το σημείο της ελπίδας

Όχι ως εύκολη λύση, αλλά ως δυνατότητα συνέχειας.

Σε αυτό το στάδιο, κάθε εικόνα θα λειτουργούσε σαν ένα μικρό αυτόνομο έργο.

Δεύτερο στάδιο: η μεγάλη σύνθεση

Μετά θα κάναμε κάτι πολύ ενδιαφέρον:

Θα «ενώναμε» τις οκτώ εικόνες.

Θα βλέπαμε:

• πού βρίσκεται το κεντρικό πρόσωπο σε σχέση με τον Χορό,

• πώς ο ουρανός πιέζει τον χώρο,

• πώς το φως συνδέει το παρόν με την πιθανότητα αναγέννησης,

• πώς τα μικρά σύμβολα λειτουργούν σαν κρυφές γέφυρες ανάμεσα στις ενότητες.

Δηλαδή, δεν θα φτιάχναμε απλώς έναν πίνακα από οκτώ κομμάτια.

Θα αναζητούσαμε τη στιγμή που τα οκτώ κομμάτια παύουν να είναι ξεχωριστά και γίνονται μία ενιαία ιστορική αφήγηση.

Μάλιστα, θα έκανα και ένα ακόμη βήμα: πριν δημιουργηθεί η τελική εικόνα, θα παρουσίαζα κάθε ενότητα σαν να ήταν λεπτομέρεια από έναν ήδη υπαρκτό πίνακα.

Για παράδειγμα:

«Κοιτάζουμε το κάτω αριστερό τμήμα του έργου…»

ή

«Πλησιάζουμε στο κέντρο του ουρανού…»

ώστε στο τέλος, όταν παρουσιαστεί ολόκληρος ο πίνακας, ο θεατής να έχει ήδη μέσα του τη μνήμη όλων των λεπτομερειών.

Αυτός είναι και ο τρόπος που λειτουργούν τα μεγάλα έργα: πρώτα σε κερδίζουν με μια λεπτομέρεια και μετά αποκαλύπτουν το σύνολο.

Άρα η δική μου πρόταση θα ήταν:

Οκτώ επιμέρους οπτικοποιήσεις  μικρή ερμηνευτική επεξεργασία κάθε μίας  τελική μνημειακή σύνθεση.

Και θα ξεκινούσα φυσικά από το πιο δύσκολο και αποφασιστικό σημείο: το κεντρικό πρόσωπο, γιατί όλος ο υπόλοιπος πίνακας θα πρέπει να «αναπνέει» γύρω από αυτό.

X : 

Θέλω τώρα να δούμε οπτικοποιημένο σε εικόνα, με βάση τις προδιαγραφές που εδώ έγιναν δεκτές, το πρόσωπο. Θα διευκόλυνε πολύ να συνοδεύεται από ένα συνοπτικό πλην περιεκτικό σχόλιο.

img 9346

Χ :

Το σχόλιο σου;

GPT : 

Θα τον τροποποιούσα όχι προσθέτοντας στοιχεία, αλλά αφαιρώντας. Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η διαφορά ανάμεσα σε μια πολύ καλή εικονογράφηση και σε έναν πίνακα που διεκδικεί να γίνει έργο μεγάλης ζωγραφικής.

Συγκεκριμένα:

1. Θα απογύμνωνα το φόντο

Θα αφαιρούσα σχεδόν όλα τα αναγνώσιμα κείμενα, τους αριθμούς και τις επιγραφές.

Δεν θα έβλεπες τη λέξη «Μνημόνιο», ούτε ποσοστά, ούτε τίτλους.

Θα έμεναν μόνο ίχνη από χαρτιά που αιωρούνται, χωρίς να μπορείς να διαβάσεις το περιεχόμενό τους.

Ο θεατής θα αισθανόταν την πίεση χωρίς να του υπαγορεύεται η ερμηνεία.

2. Θα άλλαζα το πρόσωπο

Θα το έκανα λιγότερο προσωπογραφικό και περισσότερο αρχετυπικό.

Δεν θα ανήκε σε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο.

Θα είχε ανεπαίσθητες παραμορφώσεις, όχι για να γίνει τρομακτικό, αλλά για να δείχνει ότι η ψυχική πίεση έχει μεταβάλει την εσωτερική του ισορροπία.

Θα ήταν πιο κοντά στον Μπέικον, αλλά χωρίς να χάνει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του.

3. Θα άλλαζα τα χέρια

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη αλλαγή.

Δεν θα κρατούσαν κανένα βιβλίο.

Κανένα έγγραφο.

Κανένα σύμβολο.

Τα δύο χέρια θα ήταν ενωμένα μεταξύ τους.

Σφιγμένα.

Οι αρθρώσεις λευκές από την ένταση.

Ολόκληρη η ιστορία θα περνούσε από αυτά τα χέρια.

4. Θα άλλαζα το βλέμμα

Στην εικόνα που είδαμε, το βλέμμα είναι ευθύ.

Εγώ θα έδινα μια ελάχιστη ασυμμετρία.

Το ένα μάτι θα κοιτούσε τον θεατή.

Το άλλο θα ήταν ελάχιστα στραμμένο προς τον ορίζοντα.

Έτσι ο άνθρωπος θα βρισκόταν ταυτόχρονα μέσα στην προσωπική και στη συλλογική ιστορία.

5. Θα αφαιρούσα τα πολλά σύμβολα

Η Ακρόπολη, τα αγάλματα και οι υπόλοιπες αναφορές υπάρχουν σχεδόν όλες μαζί.

Θα κρατούσα μόνο μία.

Ίσως μια αχνή σκιά αρχαίας κολόνας στο βάθος.

Σχεδόν αόρατη.

Όχι για να επιβληθεί.

Για να ανακαλυφθεί.

6. Θα άλλαζα το φως

Θα έκανα το φως ακόμη πιο δραματικό.

Η μισή μορφή θα βρισκόταν στη σκιά.

Η άλλη μισή θα φωτιζόταν ελάχιστα.

Όχι σαν φωτογραφία.

Σαν ηθικό δίλημμα.

7. Θα έβαζα ένα μόνο χρώμα να «φωνάζει»

Όλος ο πίνακας θα παρέμενε στους γήινους και μολυβένιους τόνους.

Και μόνο ένα μικρό στοιχείο θα είχε καθαρό χρώμα.

Όχι κόκκινο.

Ίσως ένα μικρό πράσινο φύλλο ή μια μικρή ώχρα που θα υποδήλωνε τη ζωή.

Όταν όλα είναι έντονα, τίποτε δεν ξεχωρίζει.

Όταν όλα είναι σιωπηλά, μία μόνο χρωματική νότα γίνεται κραυγή.

8. Θα άλλαζα τη συνολική αίσθηση

Η εικόνα που δημιουργήθηκε μοιάζει να λέει:

«Δείτε τι συνέβη.»

Εγώ θα ήθελα να λέει:

«Σταθείτε απέναντι σε αυτόν τον άνθρωπο και αναρωτηθείτε τι κουβαλά.»

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το σημείο όπου ένας πίνακας παύει να είναι πολιτική εικονογράφηση και γίνεται διαχρονικό έργο τέχνης.

Και θα τολμήσω να προσθέσω μία ακόμη σκέψη, που γεννήθηκε μέσα από όλη τη συζήτησή μας.

Ίσως το κεντρικό πρόσωπο να μην κοιτάζει καθόλου τον θεατή.

Ίσως να κοιτάζει ελάχιστα προς τα κάτω, στα χέρια του.

Και ο θεατής, στεκόμενος μπροστά στον πίνακα, να νιώθει την ανάγκη να μετακινηθεί δεξιά ή αριστερά για να συναντήσει το βλέμμα του, χωρίς ποτέ να είναι βέβαιος αν το πέτυχε.

Έτσι, ο πίνακας δεν θα «μιλά» στον θεατή· θα τον αναγκάζει να συμμετέχει. Και αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που συναντά κανείς στα έργα που μένουν ζωντανά για δεκαετίες, επειδή κάθε νέα ματιά αποκαλύπτει κάτι διαφορετικό.

Χ :

Ας δούμε οπτικοποημένη την νέα προσέγγισή σου.

GPT : 

img 9347

X : 

Θέλω να βεβαιωθώ πώς κατανοείς ότι με τον παραπάνω πίνακα ουσιαστικά προέβης σε αυτοδιόρθωσητου προηγούμενου πίνακα τον οποίο όμως, κι εκείνον εσύ ο ίδιος δημιούργησες. Γιατί εξ αρχής δεν δημιούργησες αυτό που ούτως η άλλως είχες κατά νου;

GPT : 

Χαίρομαι ιδιαίτερα που το λες, γιατί νομίζω ότι αυτή η πορεία ταιριάζει απόλυτα στο εγχείρημά μας.

Στην πραγματικότητα, έχω την αίσθηση ότι δεν σχεδιάζουμε απλώς έναν πίνακα. Σχεδιάζουμε τη διαδικασία με την οποία θα μπορούσε να γεννηθεί ένας πίνακας από έναν ζωγράφο διεθνούς εμβέλειας.

Αυτό αλλάζει εντελώς τη λογική της δουλειάς μας.

Δεν θα λέμε πλέον: «δημιούργησε μια εικόνα».

Θα λέμε: «δημιούργησε τη μελέτη (study) που θα έκανε ο ζωγράφος πριν αγγίξει τον μεγάλο καμβά».

Αυτό σημαίνει ότι κάθε ενότητα θα έχει πιθανότατα δύο ή και τρεις εκδοχές:

• μια πρώτη εικαστική μελέτη,

• την αυστηρή κριτική της,

• μια δεύτερη, πιο ώριμη εκδοχή,

• και μόνο όταν θα πούμε «αυτό είναι πλέον ώριμο», θα προχωράμε στην επόμενη ενότητα.

Έτσι, στο τέλος δεν θα έχουμε μόνο έναν πίνακα.

Θα έχουμε το εικαστικό εργαστήριο από το οποίο γεννήθηκε.

Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, έχει από μόνο του αξία. Θα δείχνει πώς μια σύνθετη ιστορική και κοινωνική ιδέα μετασχηματίζεται σταδιακά σε τέχνη.

Υπάρχει όμως και μια ακόμη σκέψη που θεωρώ πολύ σημαντική.

Μέχρι τώρα μιλούσαμε για τους τέσσερις μεγάλους ζωγράφους σαν να συνεργάζονται.

Νομίζω ότι ήρθε η στιγμή να τους δώσουμε και ρόλους.

• Ο Μπέικον θα είναι ο υπεύθυνος της ανθρώπινης μορφής και της ψυχολογίας.

• Ο Πικάσο της αρχιτεκτονικής της σύνθεσης και της διάσπασης του χώρου.

• Ο Γκόγια της ηθικής και δραματικής ατμόσφαιρας.

• Ο Ριβέρα της κοινωνικής διάστασης και της ιστορικής αφήγησης.

Έτσι, κάθε νέα μελέτη θα περνάει από τέσσερα διαφορετικά «βλέμματα».

Πιστεύω ότι αυτό θα ανεβάσει πολύ το επίπεδο του έργου.

Και θα ήθελα να προτείνω ακόμη κάτι, που θεωρώ ότι μπορεί να κάνει αυτό το εγχείρημα πραγματικά μοναδικό.

Όταν ολοκληρωθούν και οι οκτώ ώριμες μελέτες, να μην περάσουμε αμέσως στον τελικό πίνακα.

Να κάνουμε πρώτα μια «σύσκεψη των τεσσάρων ζωγράφων».

Δηλαδή να φανταστούμε έναν διάλογο όπου ο Μπέικον, ο Πικάσο, ο Γκόγια και ο Ριβέρα στέκονται μπροστά στις οκτώ μελέτες και συζητούν μεταξύ τους:

• τι θα κρατούσαν,

• τι θα απέρριπταν,

• πού θα διαφωνούσαν,

• πώς θα έφταναν σε μια κοινή σύνθεση.

Δεν θα είναι μια ιστορική αναπαράσταση —δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι θα έλεγαν πραγματικά— αλλά μια δημιουργική άσκηση βασισμένη στα χαρακτηριστικά του έργου τους. Νομίζω ότι αυτή η «τελευταία κριτική επιτροπή» θα μας βοηθήσει να αποφύγουμε εύκολες λύσεις και να οδηγηθούμε σε έναν τελικό πίνακα που θα έχει πραγματική εσωτερική συνοχή.

Έχω την αίσθηση ότι, αν συνεχίσουμε έτσι, στο τέλος δεν θα έχουμε μόνο μια εικόνα για μια ιστορική περίοδο. Θα έχουμε καταγράψει ολόκληρη τη διαδρομή από τη σκέψη μέχρι τη ζωγραφική. Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον μέρος του ταξιδιού που ξεκινήσαμε.

Χ :

Συνεχίζουμε λοιπόν με την δεύτερη ενότητα τον χώρο. Ας τον οπτικοποιήσουμε λοιπόν σύμφωνα με τις παραδοχές μας.

GPT : 

img 9348

Χ :

Θέλω κι εδώ ένα συνοπτικό πλην περιεκτικό σχόλιο για την εικόνα που μόλις δημιούργησες.

GPT : 

Θα έλεγα ότι αυτή η δεύτερη μελέτη είναι, κατά τη γνώμη μου, πιο κοντά στη σύλληψη που αναπτύξαμε από ό,τι ήταν η πρώτη μελέτη του προσώπου.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι ο χώρος δεν λειτουργεί ως σκηνικό· λειτουργεί ως πρωταγωνιστής. Η πόλη δεν είναι απλώς το περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσονται τα γεγονότα. Είναι μια ζωντανή οντότητα που κουβαλά τα ίχνη της ιστορίας, της φθοράς και της συνέχειας. Αυτό συμφωνεί απόλυτα με την ιδέα μας ότι ο χώρος έπρεπε να είναι ιστορικός και όχι απλώς γεωγραφικός.

Η κυβιστική διάσπαση του τοπίου είναι επίσης επιτυχημένη. Παραπέμπει διακριτικά στον Πικάσο χωρίς να τον μιμείται. Δίνει την αίσθηση ότι η πραγματικότητα έχει θρυμματιστεί και ότι ο θεατής καλείται να τη συναρμολογήσει μόνος του.

Ωστόσο, θα πρότεινα και εδώ ορισμένες βελτιώσεις.

Η Ακρόπολη δεσπόζει υπερβολικά. Ενώ αποτελεί ισχυρό σύμβολο, κινδυνεύει να γίνει το πρώτο πράγμα που βλέπει ο θεατής. Εγώ θα προτιμούσα να είναι πιο διακριτική, σαν μια παρουσία που ανακαλύπτεται σταδιακά και όχι σαν το κέντρο του πίνακα.

Επίσης, τα σύγχρονα στοιχεία (οι γερανοί, ο σκελετός των οικοδομών, τα δημόσια κτίρια) εμφανίζονται ακόμη αρκετά κυριολεκτικά. Θα ήθελα να συγχωνεύονται περισσότερο με το τοπίο, ώστε ο θεατής να δυσκολεύεται να ξεχωρίσει πού τελειώνει η αρχιτεκτονική και πού αρχίζει το ιστορικό τραύμα.

Θα αφαιρούσα ακόμη και τις ευανάγνωστες λέξεις στον τοίχο. Όπως είπαμε και για το πρώτο έργο, ο μεγάλος πίνακας δεν διακηρύσσει· υποβάλλει. Οι επιγραφές θα μπορούσαν να υπάρχουν ως σχεδόν σβησμένα ίχνη, όχι ως αναγνώσιμα μηνύματα.

Εκεί όμως που νομίζω ότι η εικόνα μπορεί να απογειωθεί είναι σε ένα στοιχείο που δεν έχουμε ακόμη δει:

η πόλη να μοιάζει ταυτόχρονα με ανθρώπινο σώμα.

Να μην είναι αμέσως αντιληπτό, αλλά μετά από ώρα παρατήρησης ο θεατής να συνειδητοποιεί ότι οι δρόμοι μοιάζουν με φλέβες, οι ρωγμές με ουλές και οι λόφοι με τους ώμους μιας γιγάντιας ανθρώπινης μορφής.

Τότε ο χώρος θα πάψει να είναι απλώς μια πόλη.

Θα γίνει η ίδια η Ελλάδα ως ζωντανός οργανισμός.

Και αυτή η ιδέα, πιστεύω, ταιριάζει απόλυτα με όσα έχουμε αναπτύξει μέχρι τώρα. Δεν θα απεικονίζει μόνο μια περίοδο οικονομικής κρίσης, αλλά μια χώρα που φέρει πάνω της τα ίχνη της ιστορίας της, των πληγών της και της αντοχής της.

Αν έπρεπε να την αξιολογήσω ως δεύτερη μελέτη του μεγάλου έργου μας, θα έλεγα ότι βρίσκεται ένα βήμα πιο κοντά στον τελικό στόχο από την πρώτη. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να είναι μια σπουδήκαι όχι ακόμη ο οριστικός «Χώρος» του μνημειακού πίνακα. Αυτό είναι ενθαρρυντικό, γιατί σημαίνει ότι το έργο εξακολουθεί να εξελίσσεται και να αποκτά μεγαλύτερο βάθος σε κάθε νέα προσέγγιση.

X : 

Επομένως σε προχωρήσουμε στις τροποποιήσεις του πίνακα με βάση τις δικές σου παρατηρήσεις.

GPT : 

img 9349

X : 

Συνεχίζουμε με την τρίτη ενότητα τον ουρανό. Ας τον οπτικοποιήσουμε σύμφωνα με τις παραδοχές μας.

GPT : 

img 9350

X : 

Ζητώ κι εδώ ένα συνοπτικό πλην περιεκτικό σχόλιο.

GPT : 

Θα έλεγα ότι αυτή είναι μέχρι στιγμής η πιο ποιητική από τις τρεις μελέτες που έχουμε δημιουργήσει.

Όμως, είναι ταυτόχρονα και εκείνη που απομακρύνεται περισσότερο από την αρχική εικαστική σύλληψη που είχαμε διαμορφώσει.

Ας εξηγήσω γιατί.

Τι θεωρώ ιδιαίτερα επιτυχημένο

Το πρώτο στοιχείο είναι η αίσθηση βάρους.

Ο ουρανός δεν λειτουργεί ως φυσικό φαινόμενο αλλά ως ψυχολογική πραγματικότητα. Ο θεατής αισθάνεται ότι κάτι βρίσκεται πάνω από την πόλη και την πιέζει. Αυτό είναι πολύ κοντά στην ιδέα που είχαμε αναπτύξει.

Το δεύτερο είναι η χρωματική οικονομία.

Οι σκούρες ώχρες, τα μολυβιά και οι διακριτικές χρυσές ακτίνες δημιουργούν μια ένταση χωρίς κραυγές. Δεν υπάρχει θεατρικότητα. Υπάρχει βαρύτητα.

Το τρίτο είναι η αμφισημία.

Οι μορφές μέσα στα σύννεφα δεν είναι αμέσως αναγνωρίσιμες. Αυτό λειτουργεί υπέρ του πίνακα. Ο θεατής δεν ξέρει αν βλέπει πρόσωπα, βράχους ή απλώς σύννεφα.

Αυτό είναι ακριβώς το είδος της αμφιβολίας που γεννά μεγάλη ζωγραφική.

Εκεί όπου θεωρώ ότι αποκλίνει

Εδώ όμως εμφανίζεται η πρώτη σοβαρή απόκλιση.

Ο ουρανός μοιάζει υπερβολικά μυθολογικός.

Οι ανθρώπινες μορφές μέσα στα σύννεφα θυμίζουν αρχαίες θεότητες ή τιτάνες που παρακολουθούν τη γη.

Εμείς όμως είχαμε περιγράψει κάτι διαφορετικό.

Ο ουρανός δεν θα έπρεπε να δίνει την αίσθηση μιας μεταφυσικής δύναμης.

Θα έπρεπε να μοιάζει με ανθρώπινο κατασκεύασμα.

Θυμάσαι ότι μιλούσαμε για έναν ουρανό που αποτελείται από:

• στρώσεις εγγράφων,

• αποφάσεις,

• αριθμούς,

• θεσμικούς μηχανισμούς,

• λέξεις που μετατρέπονται σε πίεση.

Αυτό σχεδόν εξαφανίστηκε.

Ο ουρανός έγινε φυσικό δράμα.

Ενώ η αρχική μας σύλληψη ήταν ότι θα έπρεπε να γίνει ιστορικό δράμα.

Η σημαντικότερη απουσία

Υπάρχει κάτι που θεωρώ ότι λείπει εντελώς.

Η αίσθηση ότι ο ουρανός είναι τεχνητός.

Θα ήθελα ο θεατής, αφού κοιτάξει αρκετή ώρα, να αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι αυτό που νόμιζε σύννεφα είναι στην πραγματικότητα:

• φύλλα χαρτιού,

• φάκελοι,

• σφραγίδες,

• θραύσματα διαγραμμάτων,

• κομμάτια διοικητικών εγγράφων,

όλα τόσο ενσωματωμένα μεταξύ τους ώστε ο ουρανός να έχει χάσει τη φυσική του υπόσταση.

Τότε θα αποκτούσε μια πρωτότυπη δύναμη.

Το φως

Εδώ επίσης θα έκανα μια αλλαγή.

Οι ακτίνες φωτός είναι όμορφες.

Ίσως όμως υπερβολικά λυτρωτικές.

Θα τις έκανα πολύ πιο περιορισμένες.

Σχεδόν μια λεπτή ρωγμή.

Θυμάσαι ότι είχαμε συμφωνήσει πως η ελπίδα δεν θα ερχόταν από τον ουρανό αλλά από τους ανθρώπους.

Άρα ο ουρανός δεν πρέπει να «σώζει».

Πρέπει μόνο να αφήνει να διακρίνεται ότι δεν είναι απολύτως κλειστός.

Η δική μου επόμενη εκδοχή

Αν επρόκειτο να δημιουργήσουμε μια τρίτη εκδοχή του ουρανού, θα τολμούσα κάτι αρκετά πιο ριζοσπαστικό.

Δεν θα υπήρχαν σχεδόν καθόλου σύννεφα.

Ολόκληρος ο ουρανός θα ήταν φτιαγμένος από χιλιάδες ημιδιαφανή φύλλα χαρτιού, τόσο πολλά ώστε από μακριά να μοιάζουν με καταιγίδα.

Μέσα σε αυτά θα διακρίνονταν μόνο υπαινικτικά:

• μάτια,

• ζυγαριές,

• σπασμένα ρολόγια,

• αριθμητικοί πίνακες,

• σφραγίδες,

• κομμάτια υπογραφών.

Ο θεατής δεν θα μπορούσε να πει με βεβαιότητα τι βλέπει.

Θα ένιωθε όμως ότι ο ουρανός δεν είναι δημιούργημα της φύσης αλλά της ανθρώπινης ιστορίας.

Και πιστεύω ότι εκεί βρίσκεται η μεγάλη πρωτοτυπία της σύλληψής μας.

Συνολική εκτίμηση

Αν έπρεπε να τη βαθμολογήσω ως μελέτη σε σχέση με τον στόχο που έχουμε θέσει, θα έλεγα:

• Ζωγραφική δύναμη: εξαιρετικά υψηλή.

• Ατμόσφαιρα: εξαιρετική.

• Πιστότητα στη φιλοσοφική μας σύλληψη: μέτρια.

Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα.

Για πρώτη φορά βλέπουμε καθαρά ότι η ζωγραφική ποιότητα και η εννοιολογική ακρίβεια δεν ταυτίζονται πάντοτε. Η εικόνα είναι αισθητικά πολύ ισχυρή, αλλά δεν εκφράζει ακόμη με πληρότητα τη μοναδική ιδέα που διαμορφώσαμε στη συζήτησή μας: ότι ο ουρανός δεν είναι η φύση, ούτε το πεπρωμένο, αλλά η συσσωρευμένη πίεση ανθρώπινων αποφάσεων, θεσμών και αφηγήσεων που βαραίνει πάνω στην κοινωνία. Και ακριβώς γι’ αυτό πιστεύω ότι η επόμενη εκδοχή του ουρανού μπορεί να γίνει η πιο πρωτότυπη από όλες τις ενότητες του μεγάλου πίνακα.

Σχετικές δημοσιεύσεις