ο αμφινοώ ως μοίρα της ελληνικής σκέψης
Απόστολος Αποστόλου
Υπάρχει ένας όρος στη σοφόκλεια σκέψη που, όσο κι αν μοιάζει ξεχασμένος, εξακολουθεί να διατρέχει υπόγεια την ελληνική πνευματική παράδοση: το αμφινοώ.
Δεν πρόκειται απλώς για την αμφιβολία ούτε για την αναποφασιστικότητα. Είναι η ταυτόχρονη συνύπαρξη δύο αντίρροπων δυνάμεων, η επίγνωση ότι κάθε απόφαση γεννά και την αντίθεσή της. Το αμφινοώ αποτελεί, θα λέγαμε, μια θεμελιώδη προϋπόθεση της ελληνικής ζωής, μια μόνιμη εκκρεμότητα ανάμεσα στην τόλμη και στον φόβο, στη δημιουργία και στην αυτοαναίρεση.
Ίσως αυτή η κατάσταση να μπορεί να διαβαστεί και μέσα από την ψυχαναλυτική έννοια του «Double» του Φρόυντ. Ο σωσίας εμφανίζεται αρχικά ως άμυνα του Εγώ απέναντι στην καταστροφή και στην απώλεια της ατομικότητας. Είναι ένας μηχανισμός αυτοσυντήρησης, μια υπόσχεση συνέχειας απέναντι στη φθορά. Ωστόσο, καθώς η συνείδηση ωριμάζει, ο ίδιος αυτός σωσίας μετατρέπεται σε φορέα αγωνίας. Το οικείο γίνεται ανοίκειο· ο καθρέφτης δεν αντανακλά απλώς το πρόσωπό μας αλλά αμφισβητεί τη μοναδικότητά του. Η σκιά αποκτά δική της ζωή και ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο να μην είναι ποτέ απολύτως ένας.
Αυτή η συνάντηση με το διπλό δεν είναι ξένη προς την ελληνική εμπειρία.
Αντίθετα, μοιάζει να αποτελεί μια από τις πιο δημιουργικές της αντιφάσεις. Ο φόβος της απώλειας της ταυτότητας δεν οδηγεί πάντοτε στην ακινησία· συχνά γίνεται η δύναμη που συντηρεί τη φωτιά της δημιουργίας. Η ελληνική παράδοση δεν προχώρησε ποτέ μέσα από βεβαιότητες, αλλά μέσα από συγκρούσεις, αντιφάσεις και διαρκείς υπερβάσεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις σημαντικότερες μορφές των ελληνικών γραμμάτων έζησαν αυτή τη διπλή συνθήκη. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης δημοσίευε τα ποιήματά του στη δημοτική γλώσσα, αλλά προλόγιζε τα έργα του στην καθαρεύουσα. Η αντίφαση δεν ήταν ένδειξη ασυνέπειας· ήταν η αντανάκλαση μιας εποχής που αναζητούσε ακόμη τη γλωσσική και πολιτισμική της αυτογνωσία. Η δημιουργία γεννιόταν ακριβώς από τη σύγκρουση των δύο κόσμων.
Παρόμοια στάση συναντούμε και στον Δημήτριο Βερναρδάκη.
Επέλεξε να απομακρυνθεί από το πανεπιστημιακό περιβάλλον και να αποσυρθεί στη Μυτιλήνη, αναζητώντας μια διαφορετική σχέση με τη ζωή και τη δημιουργία. Η φυγή αυτή δεν υπήρξε απλώς προσωπική επιλογή· εξέφραζε μια βαθύτερη δυσπιστία απέναντι στην ακαδημαϊκή κανονικότητα, όταν αυτή κινδυνεύει να μετατραπεί σε αυτάρεσκη αυτάρκεια.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ανδρέα Μουστοξύδη.
Η ρήξη του με τον πανεπιστημιακό κόσμο δεν ήταν μια απλή διαφωνία αλλά μια συνειδητή απόφαση να απομακρυνθεί από ό,τι θεωρούσε πνευματικό συμβιβασμό και θεσμική ακαμψία. Η επιλογή της αποστασιοποίησης εξέφραζε την ανάγκη διαφύλαξης της πνευματικής ανεξαρτησίας απέναντι σε κάθε μορφή δογματισμού. Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με τη στάση του, δεν μπορεί να παραβλέψει ότι υπήρξε έκφραση εκείνης της βαθύτερης ελληνικής ροπής να αμφισβητεί ακόμη και τους ίδιους τους θεσμούς που παράγουν τη γνώση.
Το αμφινοώ, επομένως, δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα ούτε σύμπτωμα ιστορικής αβεβαιότητας. Είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξης. Η ελληνική σκέψη δεν έμαθε να κατοικεί στις εύκολες απαντήσεις. Από την αρχαία τραγωδία μέχρι τη νεότερη λογοτεχνία, από τη φιλοσοφία μέχρι την πολιτική πράξη, η δημιουργική ένταση γεννήθηκε πάντοτε εκεί όπου δύο αντίθετες αλήθειες συνυπήρχαν χωρίς να αλληλοεξουδετερώνονται.
Σε μια εποχή που ευνοεί τις απόλυτες βεβαιότητες, τις εύκολες ταυτότητες και τις μονοδιάστατες ερμηνείες, η ελληνική εμπειρία υπενθυμίζει ότι η σκέψη παραμένει ζωντανή μόνο όταν διακινδυνεύει να αμφισβητήσει τον εαυτό της. Το αμφινοώ δεν παραλύει· δοκιμάζει. Δεν ακυρώνει· καθαίρει.
Είναι μια διαρκής αποπειρατική στάση απέναντι στον κόσμο, ένα κράμα τόλμης και φόβου που οδηγεί όχι στην παραίτηση αλλά στην αυτογνωσία. Ίσως αυτή να είναι και η πιο ανθεκτική κληρονομιά του ελληνικού πνεύματος: η δύναμη να προχωρά μέσα από τις αντιφάσεις του, μετατρέποντας το δίλημμα σε δημιουργία και την εσωτερική σύγκρουση σε πράξη ελευθερίας.
