Προσδόκιμο ζωής: Θα μπορούσαμε να ζήσουμε για πάντα;

Το ανθρώπινο προσδόκιμο ζωής ενδέχεται να μην μπορεί να ξεπεράσει τα 150 έως 190 χρόνια, σύμφωνα με τα αποτελέσματα νέας σχετικής επιστημονικής έρευνας.

Η επιθυμία να ζήσουμε περισσότερα χρόνια απασχολεί την ανθρωπότητα εδώ και αιώνες. Παρά την πρόοδο της ιατρικής και τις συνεχείς προσπάθειες για την επιβράδυνση της γήρανσης, μια νέα επιστημονική μελέτη υποστηρίζει ότι το προσδόκιμο ζωής ενδέχεται να έχει ένα θεωρητικό ανώτατο βιολογικό όριο. Ακόμη κι αν στο μέλλον δηλαδή καταφέρουμε να θεραπεύσουμε όλες τις ασθένειες που σχετίζονται με την ηλικία, η ανθρώπινη ζωή μάλλον δεν θα μπορεί ποτέ να είναι αιώνια. Έως τα 190 χρόνια θα μπορούσε να φτάσει το ανώτατο προσδόκιμο ζωής Ερευνητές ανέπτυξαν ένα μαθηματικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι δύσκολα θα μπορούσαν να ζήσουν περισσότερο από περίπου 150 έως 190 χρόνια. Τα ευρήματα της μελέτης τους δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό npj Aging. Οι μεταλλάξεις του DNA δεν σταματούν ποτέ Η μελέτη επικεντρώθηκε στις λεγόμενες σωματικές μεταλλάξεις του DNA. Πρόκειται για μικρές, τυχαίες αλλαγές που συσσωρεύονται στα κύτταρά μας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Κάθε φορά που ένα κύτταρο διαιρείται, μπορεί να προκύψουν μικρά λάθη στο γενετικό του υλικό. Ο οργανισμός διαθέτει μηχανισμούς επιδιόρθωσης αυτών των βλαβών, όμως δεν είναι αλάνθαστοι. Με την πάροδο των χρόνων οι μεταλλάξεις αυξάνονται. Οι περισσότερες είναι ακίνδυνες, ορισμένες όμως μπορούν να συμβάλουν στην εμφάνιση ασθενειών, όπως ο καρκίνος. Οι ερευνητές θέλησαν να απαντήσουν σε ένα υποθετικό αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρον ερώτημα. Αν στο μέλλον μπορούσαμε να εξαλείψουμε όλες τις άλλες αιτίες της γήρανσης, θα εξακολουθούσε το DNA να θέτει όριο στη διάρκεια της ζωής; Ανακάλυψη σταθμός: Ο καρκίνος που «συμπεριφέρεται» σαν… παράσιτο ΔΙΑΒΑΣΕ ΕΠΙΣΗΣ Ανακάλυψη σταθμός: Ο καρκίνος που «συμπεριφέρεται» σαν… παράσιτο DNA και προσδόκιμο ζωής Χρησιμοποιώντας υπολογιστικές προσομοιώσεις, οι επιστήμονες υπολόγισαν πώς οι μεταλλάξεις επηρεάζουν σταδιακά τα βασικά όργανα του σώματος. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, ακόμη και σε ένα ιδανικό σενάριο, όπου δεν θα υπήρχαν καρδιαγγειακά νοσήματα, άνοια, καρκίνος ή άλλες παθήσεις που σχετίζονται με τη γήρανση, οι συσσωρευμένες βλάβες στο DNA θα συνέχιζαν να μειώνουν τη λειτουργικότητα των κυττάρων. Το μαθηματικό μοντέλο υπολόγισε ότι η διάμεση διάρκεια ζωής θα μπορούσε να κυμαίνεται από 146 έως 194 χρόνια, ανάλογα με τις παραμέτρους του μοντέλου. Ωστόσο, ακόμη και οι πιο «τυχεροί» άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να ζήσουν για πάντα. Γιατί ο εγκέφαλος και η καρδιά είναι πιο ευάλωτοι Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα αφορά τα κύτταρα διαφορετικών οργάνων. Όργανα όπως το δέρμα και το ήπαρ ανανεώνουν συνεχώς τα κύτταρά τους, γεγονός που τους επιτρέπει να απομακρύνουν ευκολότερα τα κατεστραμμένα κύτταρα. Αντίθετα, πολλά κύτταρα του εγκεφάλου και της καρδιάς δεν αντικαθίστανται εύκολα. Παραμένουν στον οργανισμό για δεκαετίες και συσσωρεύουν σταδιακά γενετικές βλάβες, γεγονός που φαίνεται να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους περιοριστικούς παράγοντες της ανθρώπινης μακροζωίας. Προσδόκιμο ζωής και φθορά του οργανισμού Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη τους δεν προβλέπει πόσο θα ζουν οι άνθρωποι στο μέλλον ούτε αποδεικνύει ότι το όριο των 190 ετών είναι αναπόφευκτο. Πρόκειται για ένα θεωρητικό μοντέλο που εξετάζει αποκλειστικά τον ρόλο των μεταλλάξεων του DNA. Μάλιστα, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι μεταλλάξεις από μόνες τους δεν εξηγούν πλήρως τη γήρανση. Εφόσον σήμερα το προσδόκιμο ζωής είναι πολύ χαμηλότερο από τα 150 χρόνια, είναι σαφές ότι υπάρχουν και άλλοι βιολογικοί μηχανισμοί που συμβάλλουν στη φθορά του οργανισμού. Οι επιστήμονες θεωρούν ότι η καλύτερη κατανόηση όλων αυτών των μηχανισμών θα μπορούσε στο μέλλον να οδηγήσει σε νέες θεραπείες που θα παρατείνουν όχι μόνο τη διάρκεια, αλλά κυρίως τα χρόνια καλής υγείας και ποιότητας ζωής.

Σχετικές δημοσιεύσεις