Νέα παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ για την πολιτική της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας,
λίγες ώρες μετά την απόφαση της Fed να αυξήσει τα επιτόκια για πρώτη φορά από το 2023.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, με ανάρτησή του στο Truth Social, κάλεσε τη Federal Reserve να προχωρήσει σε δραστική μείωση των επιτοκίων, ζητώντας ναδιαμορφωθούν στο 1% ή ακόμη χαμηλότερα.
«Εμείς “κουβαλάμε” σχεδόν κάθε χώρα στον κόσμο και αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο», έγραψε ο Τραμπ, προσθέτοντας με έμφαση: «Μειώστε τα επιτόκια για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, και γρήγορα!».
Η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς αποφάσισε να αυξήσει το βασικό επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης, διαμορφώνοντάς το στο εύρος 3,75%-4%.
Πρόκειται για την πρώτη αύξηση επιτοκίων από το 2023, ενώ η Fed επικαλέστηκε μεταξύ άλλων τον επίμονα υψηλό πληθωρισμό, ο οποίος παραμένει πάνω από τον στόχο του 2%.
Στο οικονομικό περιβάλλον που εξετάζει η αμερικανική κεντρική τράπεζαπεριλαμβάνονται επίσης οι αυξημένες τιμές ενέργειας και οι επιπτώσεις από τις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Παράλληλα, οι νέες προβλέψεις των αξιωματούχων της Fed δείχνουν ότι η πλειονότητα αναμένει ακόμη μία αύξηση των επιτοκίων μέσα στο έτος.
Ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, έδωσε έμφαση στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών.
«Η κύρια εστίασή μας αφορά τη σταθερότητα των τιμών στο πλαίσιο της εντολής μας. Το απλό γεγονός είναι ότι ο πληθωρισμός είναι υπερβολικά υψηλός και παραμένει σε αυτά τα επίπεδα για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα», δήλωσε.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αποτυπώνει τη διαφορετική προσέγγιση μεταξύ της αμερικανικής κυβέρνησης και της κεντρικής τράπεζας ως προς το ύψος των επιτοκίων και τον τρόπο αντιμετώπισης των οικονομικών πιέσεων.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα ζητήσει χαμηλότερα επιτόκια,
υποστηρίζοντας ότι το μικρότερο κόστος δανεισμού θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Fed, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις της λαμβάνονται με βάση τα διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα, με ιδιαίτερη έμφαση στην πορεία του πληθωρισμού και της αγοράς εργασίας.
Η νέα δημόσια παρέμβαση του Αμερικανού προέδρου επαναφέρει έτσι στο προσκήνιο τη διαφωνία γύρω από την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής, σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με επίμονες πληθωριστικές πιέσεις.
