Ο μοναδικός Έλληνας εκκλησιαστικός ηγέτης που χρησιμοποίησε «μοντέρνο προφίλ» για να φέρει τους νέους στην εκκλησία
ΑΠΟ GRACE TEAM
Παπούτσια Sebago, περιποιημένη γενειάδα, καθαρό πρόσωπο με χαμόγελο, που ταλαντευόταν ανάμεσα στη διάθεση για χωρατά και στην αγαθότητα, ευθυτενής και με ένα ανέκδοτο πρόχειρο για κάθε περίπτωση. Όχι από αυτά που προσποιείσαι ότι σου αρέσουν και γελάς για να μην προσβάλεις τον άλλο.

Άρα, έξυπνος και όχι πονηρός. Υπέγραφε με πένα Mont Blanc και δεν καταλάβαινε πού είναι το κακό να πάει ένας 15χρονος στην εκκλησία φορώντας σκουλαρίκι ή μια κοπελίτσα με παντελόνι και μίνι. Οι παπαράτσι τον κυνήγησαν ως celebrity και τον απαθανάτισαν με μαγιό την ώρα που ετοιμαζόταν να βουτήξει στη θάλασσα από θαλαμηγό που του είχε παραχωρήσει κάποια φίλη του, του εφοπλισμού. Και του άρεσαν οι πολυτέλειες που του πρόσφεραν «οι κοσμικοί» –όπως τους ανέφεραν με έναν τόνο ζήλιας κάποιοι, συνήθως στα κρυφά, με καθαρόαιμο «βυζαντινό» στυλ.

Έκανε διακοπές σε πολυτελή ξενοδοχεία του εξωτερικού, κάποιες φορές στα μεσημεριανά του γεύματα καλούσε τις οικογένειες Λάτση, Βαρδινογιάννη και Αγγελόπουλου και δεν τον ένοιαξε όταν παραδέχτηκε πως προτιμάει το κρέας από το «θρησκευτικά σωστότερο» ψάρι. Λάτρευε τα Saab και την ταχύτητα και, καμιά φορά, στους επαρχιακούς δρόμους, έλεγε στον οδηγό του να αλλάξουν θέση. Να ένα ανέκδοτο, λοιπόν: Ο Χριστόδουλος οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα και στο αυτοκίνητο που προσπερνάει, ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος: «Καλά, ποιος είναι μέσα σ’ αυτή την κουρσάρα;». «Δεν ξέρω», απαντάει ο άλλος. «Αλλά σίγουρα πρέπει να είναι κάποιος πολύ σπουδαίος, γιατί έχει για οδηγό του τον Χριστόδουλο».
Το lifestyle του περιλάμβανε, επίσης, κινητό τηλέφωνο –πάντα τελευταίας τεχνολογίας– χρήση laptop, σερφάρισμα στο internet (ένας αστικός μύθος λέει ότι συνομιλούσε σε chat rooms προκειμένου να έχει άμεση επαφή με τον τρόπο σκέψης και τους προβληματισμούς των πιτσιρικάδων), shopping σε μαγαζιά του εξωτερικού, περίλαμπρες μίτρες, βαρύτιμα άμφια και πολύτιμα εγκόλπια, αλλά και φιλίες με τον Σταμάτη Σπανουδάκη, τον Απόστολο Γκλέτσο και τη Μαρινέλλα. Η βυζαντινή μουσική τον γοήτευε, αλλά δεν έλεγε όχι και στα λαϊκά παραδοσιακά, με top αγαπημένο του τραγούδι το «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία».

Εντάξει, δεν είναι και τίποτα ριζοσπαστικά όλα τα παραπάνω, αλλά αν μιλάμε για τον Αρχιεπίσκοπο της Ελλάδας, άντε να πείσεις μια ολόκληρη κουστωδία ρασοφόρων –και μη– εκπροσώπων του Θεού ότι αυτά είναι «σωστά πράγματα» για έναν εκκλησιαστικό ηγέτη. Αλλά, πράγμα αναμενόμενο, κερδισμένος ήταν εκείνος και όχι οι «άλλοι». Ίσως διότι για τους «άλλους» ήταν δύσκολο να εννοήσουν πως η σωτηρία της ψυχής δεν έχει να κάνει ούτε με σκουλαρίκια, ούτε με βουτιές στη θάλασσα σε κοινή θέα. Ο Χριστόδουλος δεν τα έκανε για να πάει κόντρα – απλώς τα έκανε.
Με άλλα λόγια, αυτή την αντιμετώπιση μόνον ένας πραγματικός ηγέτης μπορεί να την έχει, κι εκείνος, μικρός, έλεγε πως όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει βασιλιάς…

Στις επόμενες ημέρες θα διαβάσετε πολλά για τον Χριστόδουλο. Εδώ, πέρα από την πορεία του, θα δείτε μερικές σπάνιες φωτογραφίες από το προσωπικό του αρχείο, που μαζεύτηκαν μετά από έρευνα σε μη «εκκλησιαστικούς κύκλους» (είναι χαρακτηριστική η απάντηση κάποιων ενδοεκκλησιαστικών, «ας πεθάνει πρώτα και μετά βλέπουμε»), θα δείτε για πρώτη φορά κάποιες φωτογραφίες του και ντοκουμέντα από τη Λεόντειο, όπου φοίτησε, κι ίσως κρατήσετε για να θυμάστε την ιστορία του. Μια ιστορία που ξεκινάει κάπως έτσι…
Δημόσιο μαιευτήριο Έλενα, Ιανουάριος του ’39. Ο εισαγωγέας τροφίμων Κωνσταντίνος Παρασκευαΐδης –πρόσφυγας, από την Ανδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης, που βρέθηκε στην Ξάνθη με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών– συνοδεύει τη γυναίκα του από την ορεινή Ξάνθη στην πρωτεύουσα, προκειμένου να γεννηθεί με ασφάλεια το δεύτερο παιδί τους. Είχαν προηγηθεί άλλες τέσσερις γέννες, αλλά μόνο το πρώτο παιδί, ο 13χρονος Ιωάννης, κατάφερε να επιβιώσει – τα επόμενα τρία πέθαναν στη γέννα ή μωρά.

Αυτήν τη φορά, έπρεπε να είναι σίγουροι ότι όλα θα πάνε καλά. Το νέο μέλος της οικογένειας γεννιέται στις 17 Ιανουαρίου του 1939 κι όταν επιστρέφουν όλοι μαζί στην Ξάνθη, βαφτίζεται με το όνομα Χρήστος. Δυο χρόνια αργότερα, στην Κατοχή, ο Κωνσταντίνος, έμπορος, αποφασίζει να πάνε και πάλι στην Αθήνα, για την ασφάλεια των παιδιών του και της συζύγου του. Ο ίδιος, όμως, επιστρέφει μόνος στην Ξάνθη όπου βρίσκονται οι δουλειές του και, μάλιστα, διατελεί δήμαρχος της πόλης την τετραετία 1946 – 1950. Ούτε και τότε, όμως, έχει μαζί του την οικογένεια: Η μητέρα με τα δύο παιδιά παρέμειναν στην Αθήνα, γιατί ο πατέρας είχε μεγάλη αδυναμία στα γράμματα και ήθελε οι γιοι του να αποκτήσουν σωστή μόρφωση. Αν και δύσκολο να αντέξει το οικονομικό βάρος, στέλνει τον Χρήστο στη Λεόντειο, στα Πατήσια.

Οι καθολικοί κληρικοί και η ανάλογη παιδεία που λάμβανε στη Σχολή δεν τον εμπόδισαν να δείξει το σαφή του προσανατολισμό στην ορθόδοξη εκκλησία, πράγμα στο οποίο συντέλεσε βέβαια η βαθιά θρησκευόμενη μητέρα του. Ο πατέρας του δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με την εκκλησία – ίσως δεν είχε και τόση εκτίμηση στον κλήρο. Τον προόριζε για νομικό, κατεύθυνση που αρχικά είχε επιλέξει και ο ίδιος ο Χρήστος. Διαβάζουμε στα ημερολόγια της Λεοντείου: «…Ο δε Παρασκευαΐδης Χρήστος φοιτά εις την Νομικήν Σχολήν του Εθνικού Πανεπιστημίου, δους εισαγωγικάς εξετάσεις και εις την Θεολογικήν Σχολήν, όπου και εισήχθη, αλλά προτίμησε να γίνη λειτουργός της Θέμιδος».

Η νεανική του φιλοδοξία για μια λαμπρή σταδιοδρομία ως ακαδημαϊκός, αλλά και η καθοδήγηση του πατέρα του και πιθανώς η επιμονή του να τον απαλλάξει από το βάρος της επιλογής, τον βρίσκει να αποφοιτά από τη Νομική το 1961 με άριστα. Αλλά, υπάρχει και ένας «πνευματικός πατέρας». Είναι ο πρώην Μητροπολίτης Πειραιώς Καλλίνικος, ο οποίος τον παροτρύνει να μην ξεχάσει τη Θεολογική Σχολή. Εκείνος υπακούει και το 1967 αποφοιτά πάλι με άριστα. Η επιρροή του Καλλίνικου υπήρξε καταλυτική, με αποτέλεσμα να αναζωπυρώσει τον πόθο του για την ιεροσύνη και το 1961 να χειροτονηθεί διάκονος στην Ιερά Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων, με το όνομα Χριστόδουλος. Τα χρόνια περνούν κι ενώ ο Χριστόδουλος αριστεύει στη Βυζαντινή Μουσική του Ωδείου Αθηνών και μαθαίνει τέσσερις γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και γερμανικά), το 1965 χειροτονείται πρεσβύτερος στον Ιερό Ναό Παναγίτσας Παλαιού Φαλήρου.

Τόσο τα προσόντα του όσο και η επιτυχής διεξαγωγή τού μέχρι τότε έργου του τον καθιστούν ιδανικό για τη νευραλγική θέση του γραμματέα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Είμαστε στο 1968, δεύτερη χρονιά της χούντας. Μεταγενέστερα κατακρίθηκε για αυτή την επιλογή, αλλά ο ίδιος απάντησε πως τότε ήταν απορροφημένος στις μελέτες του και δεν είχε χρόνο να κατανοήσει τι ακριβώς έκαναν οι συνταγματάρχες στην Ελλάδα.

Η πτώση της χούντας και η κάθοδος του Ιερώνυμου από τον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο των Αθηνών, όχι μόνο δεν έπληξαν το πρόσωπο και τις επιλογές του Χριστόδουλου, αλλά αντίθετα τον κατέστησαν αναγκαίο και ιδανικό συνεργάτη και του νέου Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Ένα χρόνο νωρίτερα βέβαια, είχε ιδρύσει την περίφημη μονή της Παναγιάς της Χρυσοπηγής, μαζί με τους «κολλητούς» του, μετέπειτα μητροπολίτες, Καλλίνικο Πειραιώς και Αμβρόσιο Αιγιαλείας. Για τη Χρυσοπηγή έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα, όπως και για τη δράση της ώστε να έχουν υπό τον έλεγχό τους τα της εκκλησίας, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι οι θησαυροί της είναι υπέρ το δέον αμύθητοι.

Τριάντα πέντε χρόνων ο Χριστόδουλος γίνεται Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού. Το νέο αξίωμα τον κολακεύει και του ανοίγει την όρεξη, αλλά όλοι παραδέχονται ότι συνεχίζει να δουλεύει εξαιρετικά πολύ μέσα από τη νέα του θέση. Στα 24 χρόνια που παρέμεινε εκεί, δημιούργησε τα Σπίτια της Γαλήνης, τον Ραδιοφωνικό Σταθμό «Ορθόδοξη Μαρτυρία», την εφημερίδα «Πληροφόρηση», καθιέρωσε το θεσμό του σχολικού πνευματικού συμβούλου, χειροτόνησε 150 νέους κληρικούς, εξαπλασίασε τον αριθμό των θεολόγων κληρικών της μητρόπολης, βοήθησε ανθρώπους που μαστίζονταν από το AIDS, τα ναρκωτικά και την ανεργία. Παρ’ όλα αυτά, δημοψήφισμα του δημοτικού συμβουλίου του Βόλου, το 1984, τον ανακηρύσσει ανεπιθύμητο, με αφορμή ένα άρθρο του στον τοπικό Τύπο, μέσα από το οποίο φαίνεται ότι του αρέσει να ασχολείται με ζητήματα πέρα των εκκλησιαστικών –εν ολίγοις να ασκεί πολιτική– και, κατά την κρίση του δημοτικού συμβουλίου, να βάλλει τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Η αρθρογραφία του, πάντως, συνεχίζεται κανονικά στον αθηναϊκό Τύπο και είναι μόνιμος συνεργάτης στον «Ελεύθερο Τύπο» (διατηρούσε ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις με τον τότε ιδιοκτήτη της εφημερίδας, Άρη Βουδούρη, ο οποίος μάλιστα στη διαθήκη του τον όριζε ως ένα από τα μέλη του Ιδρύματος). Παύει να έχει σχέση με την εφημερίδα, όταν ο «Ελεύθερος Τύπος» (στη μετά Βουδούρη εποχή) συνήθιζε να δημοσιεύει γυμνές φωτογραφίες μοντέλων στις κοσμικές του στήλες. Γενικά, δεν διστάζει να έλθει αντιμέτωπος, ή να έλθει ακόμα και σε ρήξη, με κορυφαίους πολιτικούς της εποχής του, όπως ο Αντώνης Τρίτσης, για το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Η κόντρα Τρίτση – Χριστόδουλου βοήθησε τον τότε Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ και τον Πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου να έλθουν κοντύτερα και να συνεργαστούν αποτελεσματικά στο θέμα της διευθέτησης της εκκλησιαστικής περιουσίας. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως εσκεμμένα ο Σεραφείμ χρησιμοποίησε τότε τον Χριστόδουλο για να δείξει στον Ανδρέα ότι πιεζόταν και να τον αναγκάσει να έρθει σε συμβιβασμό.

Με αυτά και με τα άλλα, η αλήθεια είναι ότι ο Χριστόδουλος βρέθηκε στο προσκήνιο, πράγμα το οποίο επιθυμούσε διακαώς και ο ίδιος. Δίνει δημόσια μάχη για να ανακηρυχθεί ο πολιτικός γάμος ισόκυρος του θρησκευτικού, ενώ με τη συγγραφή του «Μη λιθοβολείτε το Φανάρι» τάσσεται δημόσια υπέρ του θεσμού του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το γεγονός αυτό μέτρησε υπέρ του κατά τη διάρκεια της εκλογής του το 1998, δεν τον εμπόδισε όμως να αλλάξει τη στάση του απέναντι στο Πατριαρχείο το 2003 και να έρθει σε ρήξη με το Φανάρι.

Χριστόδουλο.
Ας επανέλθουμε, όμως, στο 1998. Η υγεία του τότε Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ χειροτερεύει και ο Χριστόδουλος καρτερεί υπομονετικά. Σε ένα ταξίδι του στο εξωτερικό έρχεται αντιμέτωπος με την πρόκληση να ηγηθεί Εκκλησίας στο διεθνή χώρο, αλλά ο ίδιος αρνείται ευγενικά και δηλώνει για πρώτη φορά ανοιχτά ότι προσβλέπει στο Θρόνο των Αθηνών.

Η στάση του αυτή δεν μπορούσε παρά να αποσπάσει τη δέσμευση των συνομιλητών του για την υποστήριξή τους. Στις 10 Απριλίου 1998 ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ κλείνει τα μάτια του ύστερα από 24 χρόνια Αρχιεπισκοπίας (τη μεγαλύτερη θητεία στην ιστορία της εκκλησίας) και ο Χριστόδουλος –αν και outsider, σύμφωνα με τις συμμαχίες που είχαν συνάψει οι άλλοι υποψήφιοι– αρχές Μαΐου εκλέγεται ο νεότερος σε ηλικία Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος.

Εκκλησία, πολιτεία και λαός ανακαλύπτουν έναν δυναμικό, δραστήριο και σε αντίθεση με τον, χαμηλών μεν, αυστηρών δε τόνων προκάτοχό του, εκείνος χαράζει νέα ρότα και δημιουργεί ένα προφίλ σύγχρονου ηγέτη. Υιοθετεί σύγχρονο λόγο, που μαγεύει, συγκινεί και παρασύρει τα πλήθη, γίνεται οικείος και ο κόσμος τον αποκαλεί με το μικρό του όνομα. Θίγει ζητήματα που κανείς δεν τολμούσε μέχρι τότε. Προσδίδει νέα αίγλη στο ρόλο του θρησκευτικού ηγέτη και, εν ολίγοις, εξελίσσεται σε λαϊκό ηγέτη. Μετατρέπει τον άμβωνα σε βήμα της Βουλής, απ’ όπου παίρνει θέση για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, την Τουρκία, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Σημίτη, τον Συνασπισμό. Στην ιστορία θα μείνουν τα δύο πανελλαδικά συλλαλητήρια που διοργάνωσε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αρνούμενος την κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, συγκεντρώνοντας τρία εκατομμύρια υπογραφές. Δεν είναι η πρώτη φορά που θα έλθει σε ρήξη με την κυβέρνηση, βέβαια.

Έχει προηγηθεί η απουσία του τότε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη από την τελετή υποδοχής του στην Αθήνα ως προκαθήμενου της Ελλαδικής Εκκλησίας. Ο Χριστόδουλος όμως δεν σταματά εκεί. Το 2003 έρχεται σε ρήξη με το Φανάρι, με το οποίο ανέκαθεν διατηρούσε στενούς φιλικούς δεσμούς, και διαγράφεται προσωρινά από τα δίπτυχα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η παροδική επίλυση του θέματος, με τη διαμεσολάβηση της κυβέρνησης, θα κατευνάσει τα πνεύματα, οι φιλοδοξίες όμως του Χριστόδουλου δεν σταματούν εκεί. Η επιθυμία του να ανεγερθεί νέος καθεδρικός ναός αποτελεί άμεση προτεραιότητα για τον ίδιο, όπως επίσης και η ματαίωση των σχεδίων ανέγερσης τζαμιού στο χώρο του αεροδρομίου. Ενώ έχει προηγηθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δημιουργεί ανεξάρτητη και αυτόνομη Αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και δεν διστάζει να επισκεφθεί το Βατικανό όχι μία αλλά δύο φορές: Την πρώτη για να παραστεί στην κηδεία του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’ και τη δεύτερη για να πραγματοποιήσει επίσημη επίσκεψη στο νέο Πάπα, Βενέδικτο ΙΣΤ’.

Τον περασμένο Ιούνιο, σε ένα ταξίδι, μια ξαφνική αδιαθεσία τον οδήγησε στο νοσοκομείο. Η εισαγωγή στο Αιγινήτειο, η εγχείρηση και η πολυήμερη νοσηλεία του φέρνουν νέα τροπή στο «παραμυθένιο» σκηνικό. Η κινητοποίηση πολιτείας και εκκλησίας ήταν άμεση. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Πρωθυπουργός, Υπουργοί επισκέπτονται και στηρίζουν τον Χριστόδουλο, κυρίως ηθικά. Δεν κρύβει από την πρώτη στιγμή ότι έχει καρκίνο και ενημερώνει τους συνεργάτες του να λένε μόνο την αλήθεια στα media.

Τον Αύγουστο, έπειτα από πολύωρες συνεδριάσεις, ο Αρχιεπίσκοπος παίρνει την απόφαση να μεταβεί στο Μαϊάμι, προκειμένου να τον χειρουργήσει ο ελληνικής καταγωγής «μάγος των μεταμοσχεύσεων», Ανδρέας Τζάκης. Τον Οκτώβριο, έπειτα από αποτυχία της εγχείρησης, επιστρέφει στην Ελλάδα για να ακολουθήσει μια σειρά χημειοθεραπειών. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως ήλπιζαν όλοι. Ο άλλοτε κραταιός και παντοδύναμος Χριστόδουλος μέρα με την ημέρα καταρρέει και, τελικά, χάνει τη μάχη στις 5.15 το πρωί της 28ης Ιανουαρίου, στην κατοικία του, στο Ψυχικό, όπως επιθυμούσε. Είναι ίσως η πρώτη μεγάλη μάχη που χάνει…

Αντί για τέλος, ιδού μια από τις δηλώσεις που είχε κάνει σχετικά με το θάνατο – μια δήλωση που αποκτά ίσως μεγαλύτερη σημασία, γιατί ήταν η τελευταία που έκανε πριν πέσει σε βυθιότητα.

«Αν υπάρχει κάτι στη ζωή μας που δεν τιθασεύεται, αυτό είναι η αέναη κίνηση του χρόνου. Το σήμερα γίνεται χθες εν ριπή οφθαλμού και το αύριο σήμερα και χθες. Κι εμείς παρασυρόμεθα προς το τέρμα της πορείας μας, εκόντες άκοντες, παρακολουθούντες τα γεγονότα που περνούν από μπροστά μας, χωρίς αναστρέψιμη ελπίδα. Αυτή είναι η μοίρα των θνητών. Κι αλίμονο σ’ εκείνους που δεν έχουν ακόμη βρει την απάντηση στο πρόβλημα του θανάτου. Την απάντηση τη δίνει μόνον η χριστιανική πίστη»…
