Δίκη των Τεμπών, Εβδομάδα 7: Περπατώντας πάνω στα μπάζα

Πώς ισορροπεί μια κοινωνία ανάμεσα στην αυτονόητη συμπαράσταση προς τα θύματα και στην υποχρέωση να δικάσει δίκαια εκείνους που κατηγορούνται για τον θάνατό τους; Άκουσε το άρθρο Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή Ησιδηροδρομική χιλιομετρική θέση 371 που σκοτώθηκαν οι 57 στα Τέμπη δε φαίνεται καλά από την Εθνική Οδό. Για να φτάσει κανείς εκεί σήμερα, πρέπει να πάρει την παλιά Εθνική Οδό Λάρισας – Θεσσαλονίκης, αριστερά από τις γραμμές του τρένου που κρύβονται από μεγάλα δέντρα, ή, σε μερικά σημεία του δρόμου, με ροζ πικροδάφνες. Από την άλλη πλευρά δεν έχει καθόλου πράσινο. Μόνο βιοτεχνίες και εργοστάσια. Περνάμε από το «Κουλούρι» – τον χώρο του ΟΣΕ όπου φυλάσσονται τα συντρίμμια – και σχεδόν αμέσως βλέπω ένα εργοστάσιο «Βιολάντα» που, όπως μαθαίνω, υπήρχε πάντα και στη Λάρισα και συνεχίζει να λειτουργεί παρά το λουκέτο στα Τρίκαλα. Καθώς η δίκη αυτή την εβδομάδα διακόπηκε εξαιτίας της απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων, παρακάλεσα τρεις Λαρισαίους συναδέλφους μου να με πάνε στον τόπο της τραγωδίας. Ήθελα να έχω δική μου εικόνα για όσα θα συζητηθούν στη δικαστική αίθουσα. Είμαστε πολύ κοντά στο να ολοκληρωθούν οι τυπικές διαδικασίες και θα αρχίσουμε να μπαίνουμε στην ουσία. Έτσι βρεθήκαμε, δύο μεγαλύτερες γυναίκες και δύο νεαρότεροι άντρες, σε ένα μικρό άσπρο αυτοκίνητο με ανοιχτά παράθυρα να διασχίζουμε μέρος του Θεσσαλικού κάμπου στις 12 το μεσημέρι με τον αέρα να καίει. Η Ελπίδα Κουτσογιάννη από την ΕΡΤ, και οι Κωσταντίνος Κοντοκώστας και Θανάσης Καλιακούδας από το Larissanet ήταν από τους πρώτους που ειδοποιήθηκαν λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Δευτέρας 28 Φεβρουαρίου ότι «κάτι πολύ μεγάλο είχε συμβεί» και ξεκίνησαν αμέσως για τα Τέμπη. Όταν έφτασαν, βρέθηκαν σε πόλεμο. Ασθενοφόρα, φωτιά και στο βάθος μία μάζα σιδήρου. Η εθνική οδός είχε κλείσει. credits: Θανάσης Καλιακούδας Ο Θανάσης κατάφερε να διασχίσει κάθετα και να περάσει απέναντι για να φωτογραφίσει. Ανέβηκε πάνω στη γέφυρα – ακριβώς δίπλα από το τούνελ που λίγη ώρα πριν είχε περάσει η επιβατική αμαξοστοιχία – και αυτό που αντίκρισε από ψηλά δεν έμοιαζε, λέει, με τίποτα που είχε δει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ήταν σαν ταινία επιστημονικής φαντασίας. credits: Θανάσης Καλιακούδας Στις φωτογραφίες που έβγαλε εκείνη τη στιγμή και που όλοι έχουμε δει βλέπουμε το «σίγμα» που έκαναν τα τρένα και από πάνω πολύ καπνό. Τα μόνα κόκκινα φώτα που σπάνε το σκοτάδι είναι από τα ασθενοφόρα. «Η κλίμακα της καταστροφής ήταν τόσο τεράστια που δεν μπορούσα να την αντιληφθώ», λέει ο Κωσταντίνος, ο οποίος βρέθηκε και εκείνος στο πεδίο της καταστροφής περνώντας κάτω από τη γέφυρα και μέσα από μία σήραγγα για το νερό της βροχής. «Η κλίμακα της καταστροφής ήταν τεράστια», ξαναλέει, σαν να μη θέλει να πει κάτι άλλο. Αλλά τη δεύτερη φορά οι ίδιες λέξεις μοιάζουν να κρύβουν περισσότερα απ’ όσα λένε. Ένα νεκροταφείο χωρίς τάφους credits: Θανάσης Καλιακούδας Έχουμε βγει και περπατάμε πάνω σε χαλίκια. Η Ελπίδα, ο Κωσταντίνος και ο Θανάσης σταματούν να μιλάνε. Εγώ δεν έχω τι να πω. Συνειδητοποιώ ότι είμαστε στον χώρο που μπαζώθηκε. Για την ακρίβεια, περπατώ πάνω στα μπάζα. Τα μάτια μου αποτυπώνουν σφαιρικά το τοπίο, το τούνελ από πάνω, τα δέντρα πιο μακριά στο χωράφι, την εθνική οδό στο βάθος και προσπαθώ στο μυαλό μου να τα αντιστοιχίσω όλα – πού ήταν τι – με τις φωτογραφίες του Θανάση από εκείνη τη νύχτα αλλά και όσες έχω δει από την επόμενη μέρα, όταν ξημέρωσε. Είναι αδύνατον. Τώρα βλέπω ένα τοπίο που θυμίζει νεκροταφείο. Μνήματα και αφιερώματα περιμετρικά ενός τεράστιου άδειου χώρου. Όπως αυτά που βλέπουμε συχνά στις άκρες των εθνικών οδών στα σημεία που έχουν γίνει τροχαία – μόνο που εδώ δεν είναι ένα ή δύο. Είναι 57. Μοιάζει υπερβολικό και λίγο αλλόκοτο, αλλά δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Στο πάτωμα ένα άσπρο πανό με κόκκινα γράμματα που στηρίζεται στις γωνίες με πέτρες για να μην το πάρει ο αέρας, σαν τις πετσέτες θαλάσσης σε μία παραλία: «Όχι στη συγκάλυψη, ναι στη δικαιοσύνη: 28 – 2 – 2023» «Δεν είναι εντυπωσιακό πόσο όμορφοι και νέοι είναι όλοι;» ρωτάει η Ελπίδα καθώς κοιτάμε τα πρόσωπα πάνω σε κάθε μνημείο. Τι σημαίνει δίκαιη δίκη; Φεύγουμε σχεδόν αμέσως σαν να μην έχουμε το δικαίωμα να είμαστε εκεί πολλή ώρα. Αλλά ξαφνικά νιώθω πολύ κοντά στα θύματα. «Όλοι είμαστε με τα θύματα», προσπαθούσε να μου εξηγήσει την προηγούμενη μέρα ένας από τους συνηγόρους υπεράσπισης με τον οποίο έτυχε να συζητήσω μετά τη διακοπή της δίκης. «Όλοι. Ακόμα και οι κατηγορούμενοι που και αυτοί επιζητούν μία δίκαιη δίκη.» Δεν είναι η πρώτη φορά που άκουγα τον συγκεκριμένο ισχυρισμό – ο οποίος ακολουθείται από έναν δεύτερο: Ότι μόνο μέσα από την ορθή κρίση για τους κατηγορούμενους μπορεί να έρθει η δικαίωση για τα θύματα και ότι το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει χωρίς να λαμβάνει υπόψη του το συναίσθημα. Μπορεί η οργή να ξεχειλίζει, αλλά όλοι είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Αυτό επιτάσσει ο νομικός μας πολιτισμός. Μέσα στη δικαστική αίθουσα, όπου περνάω τις περισσότερες ώρες μου στη Λάρισα, αρκετοί δικηγόροι από τη μεριά της υπεράσπισης αναφέρονται με σεβασμό στους νεκρούς. Υποκλίνονται στον πόνο των γονέων πριν τοποθετηθούν υπέρ των εντολέων τους από το βήμα. Κάποιες φορές ακούγεται υποκριτικό, άλλες όχι. Καταλήγω ότι εξαρτάται από τη χροιά της φωνής. Οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι δεν έχουν μιλήσει ακόμα. Δεν έχουμε ακούσει τη δική τους φωνή. Στην τελευταία δικάσιμο ήταν μόνο δύο από τους 36 μέσα στο δικαστήριο. Προστατεύονται από αστυνομικούς και εμείς οι δημοσιογράφοι δεν τους πλησιάζουμε. Τους παρατηρούμε όμως. Και αυτή την εβδομάδα παρατήρησα ότι το μάτι του ενός από τους δύο τρεμοπαίζει συνέχεια. Να είναι από το στρες επειδή βρίσκεται στο εδώλιο; Και μόνο που αναρωτιέμαι νιώθω άσχημα. Τι είναι ένα τρεμόπαιγμα μπροστά σε τόσους νεκρούς και τραυματίες; credits: Θανάσης Καλιακούδας Οι τρεις συνάδελφοί μου δε θα ξεχάσουν ποτέ όσα είδαν εκείνο το βράδυ. Στην επιστροφή από το μνημείο των Τεμπών, η Ελπίδα μας λέει για τη στιγμή που συνειδητοποίησε το μέγεθος της τραγωδίας. Ήταν έξω από το Γενικό Νοσοκομείο της Λάρισας, όπου νωρίς το πρωί είχαν πια μεταφερθεί όλοι οι δημοσιογράφοι για να μεταδίδουν νέα για τους νεκρούς και τους τραυματίες. Δεν είχε ακόμα χαράξει και τους πλησίασε ο Παύλος Ασλανίδης ενοχλημένος που οι γιατροί τον ρωτούσαν εάν ο γιος του, ο Δημήτρης, φορούσε σκουλαρίκι. Τι τους ένοιαζε; «Εκεί κατάλαβα», λέει η Ελπίδα «ότι δεν υπήρχαν πια ολόκληροι άνθρωποι». Αργότερα έμαθε από έναν διασώστη ότι, καθώς μετέφεραν τις σορούς και τα μέλη σε μαύρες σακούλες, άκουγαν από μέσα να χτυπάνε τα κινητά…

Σχετικές δημοσιεύσεις