Από τον Καποδίστρια στο Σήμερα: Το Διαχρονικό Ζητούμενο της Εθνικής Ιδιοκτησίας
Η ιστορική πορεία ενός έθνους καθορίζεται συχνά από τις απαρχές του. Για τη νεότερη Ελλάδα, η αφετηρία αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μορφή του Ιωάννη Καποδίστρια. Ο πρώτος Κυβερνήτης της χώρας υπήρξε μια μοναδική, σχεδόν μετεωρική εξαίρεση: ένας πολιτικός παγκοσμίου βεληνεκούς που θυσίασε μια λαμπρή ευρωπαϊκή καριέρα για να αναλάβει τα ηνία ενός καθημαγμένου, πάμφτωχου και υπό διαμόρφωση κράτους. Το βασικότερο χαρακτηριστικό του; Ήταν ίσως ο μόνος ηγέτης που δεν είχε «αφεντικά» πάνω από το κεφάλι του· δεν υποτάχθηκε σε ξένα κέντρα εξουσίας που έβλεπαν την Ελλάδα αποκλειστικά ως γεωπολιτικό οικόπεδο προς εκμετάλλευση.
Η τραγικότητα της ελληνικής πολιτικής ιστορίας αποτυπώνεται ανάγλυφα ήδη από τα χρόνια της Επανάστασης.
Στα ιστορικά βιβλία διαβάζουμε για την ίδρυση και την κυριαρχία του «Αγγλικού», του «Γαλλικού» και του «Ρωσικού» κόμματος. Πουθενά, όμως, δεν συναντάμε ένα αμιγώς «Ελληνικό» κόμμα. Αυτό το κενό επιχείρησε να καλύψει ο Καποδίστριας, ασκώντας μια πολιτική προσηλωμένη αποκλειστικά στο εθνικό συμφέρον — και αυτό ακριβώς ήταν το «έγκλημα» για το οποίο πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή.
Έκτοτε, η ιστορία του τόπου μοιάζει με έναν διαρκή κύκλο οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης. Από τα πρώτα Δάνεια της Ανεξαρτησίας με τους ληστρικούς όρους των ξένων τραπεζιτών, τις πολεμικές και διπλωματικές επιθέσεις που κατέστρεψαν υποδομές και λεηλάτησαν ανεκτίμητους εθνικούς θησαυρούς, μέχρι τους κατά καιρούς Διεθνείς Οικονομικούς Ελέγχους και τα πρόσφατα μνημόνια, η χώρα βρέθηκε επανειλημμένα υπό κηδεμονία. Το πιο θλιβερό είναι ότι, στο πέρασμα των δεκαετιών, ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού της χώρας έδειξε μεγαλύτερη προθυμία να υπηρετήσει τις επιταγές των ξένων συμφερόντων, παρά τις πραγματικές ανάγκες του ελληνικού λαού.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο της οικονομίας ή της γεωπολιτικής. Σαράντα και πλέον χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, παρατηρείται στην Ελλάδα μια παράλληλη, εξίσου επικίνδυνη διαδικασία: μια μεθοδική και σταθερή προσπάθεια αποδυνάμωσης της πατριωτικής συνείδησης. Μέσα από συγκεκριμένες κατευθύνσεις στην εκπαίδευση, την υποβάθμιση των Τεχνών και την κυριαρχία μιας ισοπεδωτικής λογικής στα μέσα ενημέρωσης, επιχειρείται συχνά η αποδόμηση της Ιστορίας μας. Η γλώσσα φτωχαίνει, η ιστορική μνήμη αμβλύνεται και οι νέοι μας στερούνται τα εργαλεία εκείνα που θα τους επιτρέψουν να αναπτύξουν αναλυτική σκέψη, αντικειμενική κρίση και ανεπηρέαστη προσωπικότητα. Ένας λαός χωρίς ιστορική μνήμη και ισχυρή παιδεία είναι ένας λαός εύκολα χειραγωγήσιμος.
Αυτή η εσωτερική χαλάρωση των εθνικών αντανακλαστικών αντανακλάται καθαρά και στην εξωτερική μας πολιτική. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η ανοχή —αν όχι η έμμεση στήριξη— των υποτιθέμενων «συμμάχων» μας απέναντι στην επιθετική τακτική της Τουρκίας. Ενώ οι διεθνείς συμβάσεις παραβιάζονται συστηματικά, ελάχιστοι πλέον μιλούν για τη σταδιακή συρρίκνωση έως και εξαφάνιση του ελληνικού στοιχείου από τις πατρογονικές του εστίες στη Μικρά Ασία. Την ίδια στιγμή, η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί απαθής τις τουρκικές διακηρύξεις περί «Γαλάζιας Πατρίδας». Κι αν για τους ξένους μπορεί κανείς να ισχυριστεί κυνικά ότι «δεν ανακατεύονται σε ξένα χωράφια», βαθύτατη εντύπωση προκαλεί η επί σειρά ετών αφωνία των Ελλήνων πολιτικών απέναντι σε αυτές τις μεθοδεύσεις. Μια σιωπή που γεννά εύλογα ερωτήματα: Πρόκειται για έλλειψη στρατηγικού σθένους ή για συμμόρφωση σε εξωτερικές υποδείξεις;
Με μια πρώτη ματιά, το αύριο φαντάζει ζοφερό.
Όταν οι ρίζες ενός τόπου πολεμούνται, τα κυριαρχικά του δικαιώματα απειλούνται και η ηγεσία του ετεροπροσδιορίζεται, η απαισιοδοξία μοιάζει λογική κατάληξη. Όμως, η ίδια η ελληνική Ιστορία κρύβει μέσα της το μυστικό της ανατροπής.
Όπως έχει αποδειχθεί σε κάθε κρίσιμη καμπή του παρελθόντος, μέσα από τις πιο βαριές μπόρες και τις πιο σκοτεινές καταιγίδες, ο ελληνισμός έβρισκε πάντα τον τρόπο να γεννά ξανά την ελπίδα. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι να θρηνούμε πάνω από τις πληγές μας, αλλά να εμπνευστούμε από το παράδειγμα εκείνων που αρνήθηκαν να συμβιβαστούν. Ήρθε η ώρα να διεκδικήσουμε ξανά την πνευματική, πολιτική και οικονομική μας ιδιοκτησία. Γιατί ο ήλιος της αναγέννησης δεν ανατέλλει μόνος του· τον φέρνουν εκείνοι που κρατούν την κρίση τους ζωντανή και την πατρίδα στην καρδιά τους.
