«Είχε έντονες αντιδράσεις όταν ήταν έφηβος» λένε οι Αμερικανοί που τον φιλοξενούσαν στη Λέσβο
Νέα δεδομένα για τη ζωή του 26χρονου Αφγανού Σαρίφ Αχμαντζάι, ο οποίος κατηγορείται για τη δολοφονία της 38χρονης Βρετανίδας Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος στην Κυψέλη, έρχονται στο «φως» μετά την προφυλάκισή του.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται αναφορές για μεγάλα χρηματικά ποσά που φέρεται να είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος, χωρίς να έχει γίνει σαφής η προέλευσή τους.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η σύζυγός του είχε αναφέρει ότι ο 26χρονος επέστρεφε κατά καιρούς στο σπίτι με πακέτα μετρητών, τα οποία απέδιδε σε έναν «θείο» που ποτέ η ίδια δεν είχε γνωρίσει.
Σημειώνεται πως η σύζυγος του πυγμάχου παρέδωσε στους αστυνομικούς 2.500 ευρώ που της είχε δώσει ο Αφγανός μετά το έγκλημα.
Οι αστυνομικοί εξετάζουν αν τα χρήματα συνδέονται με κάποια άγνωστη δραστηριότητα, ενώ εκτιμούν ότι ο συγκεκριμένος «θείος» ενδέχεται να μην υπήρχε.
Παράλληλα οι Αμερικανοί που τον φιλοξενούσαν στη Λέσβο όταν είχε έρθει παράνομα στη χώρα μας το 2016 αναφέρουν πώς: «Είχε έντονες αντιδράσεις όταν ήταν έφηβος».
Το ζευγάρι Αμερικανών που τον είχε φιλοξενήσει στη Λέσβο όταν ήταν ακόμη έφηβος, μίλησε στη βρετανική εφημερίδα Daily Mail και εξέφρασε την αδυναμία του να συνδέσει τον νεαρό που γνώρισε τότε με την υπόθεση για την οποία κατηγορείται σήμερα.
«Όταν άκουσα τα νέα, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ήταν αλήθεια. Ούτε σε ένα εκατομμύριο χρόνια», ανέφερε η γυναίκα που τον είχε αντιμετωπίσει σαν παιδί της.
Όπως είπε, «δεν μοιάζει καθόλου αληθινό» και πρόσθεσε:
«Συνεχίζω να σκέφτομαι ότι θα ξυπνήσω και θα είναι ένας εφιάλτης. Είμαι συντετριμμένη. Δεν μπορώ να βγάλω νόημα από όλο αυτό. Είναι σαν να έχω την καρδιά μιας μητέρας γι’ αυτό το αγόρι, που πλέον είναι ένας ενήλικος άνδρας».
Το ζευγάρι γνώρισε τον Αχμαντζάι το 2016 στη Λέσβο, όταν συμμετείχε σε ανθρωπιστική δράση στον καταυλισμό της Μόριας. Εκείνος ήταν τότε 16 ετών και εργαζόταν ως μεταφραστής για οργανώσεις βοήθειας.
Σύμφωνα με την αφήγησή τους, μετά από φωτιά στον καταυλισμό, όπου ο νεαρός έχασε τα προσωπικά του αντικείμενα, αποφάσισαν να τον πάρουν στο σπίτι τους.
«Όταν κάηκε ο καταυλισμός, πήρα εκείνον και άλλα δύο παιδιά στο σπίτι περίπου στις πέντε το πρωί. Εκείνος έμεινε, οι άλλοι έφυγαν», δήλωσε ο άνδρας, προσθέτοντας: «Κατά κάποιον τρόπο τον κρατήσαμε μαζί μας. Τον υιοθετήσαμε λίγο».
Όπως περιγράφουν, η σχέση τους εξελίχθηκε σε οικογενειακή, με τον Αχμαντζάι να τους αποκαλεί «μαμά» και «μπαμπά», ενώ τα παιδιά τους έγιναν κοντινά του πρόσωπα.
Ο 26χρονος έζησε μαζί τους στη Λέσβο για σχεδόν δύο χρόνια, ενώ η τελευταία φορά που, όπως αναφέρουν, συναντήθηκαν από κοντά ήταν το 2019.
Το ζευγάρι υποστηρίζει ότι κατά την περίοδο που τον γνώριζε δεν είχε παρουσιάσει συμπεριφορές που να παραπέμπουν σε ακραία βία.
«Απολύτως όχι», απάντησε ο άνδρας όταν ρωτήθηκε αν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί μια τέτοια εξέλιξη. Όπως ανέφερε, ο νεαρός είχε δυσκολίες, όπως πολλοί άνθρωποι που έχουν περάσει τραυματικές εμπειρίες, όμως «συνήθως επρόκειτο για αντιδράσεις απέναντι σε στιγμές που λυπόταν τον εαυτό του».

Η σύζυγός του χαρακτήρισε τη συμπεριφορά εκείνης της περιόδου «φυσιολογικά εφηβικά πράγματα», σημειώνοντας ότι ο Αχμαντζάι είχε βιώσει πολύ δύσκολες καταστάσεις.
Ο ίδιος ο άνδρας, ωστόσο, αναγνώρισε ότι έχουν περάσει αρκετά χρόνια και ότι οι άνθρωποι αλλάζουν: «Οτιδήποτε πω είναι εικασία. Αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ο Σαρίφ που γνώριζα ως έφηβο δεν είναι ο Σαρίφ του σήμερα».

Η διαδρομή από το Αφγανιστάν στην Ελλάδα
Ο Αχμαντζάι είχε μιλήσει στο παρελθόν για τη ζωή του και την πορεία του μέχρι την Ελλάδα. Σύμφωνα με όσα είχε υποστηρίξει, εγκατέλειψε το Αφγανιστάν αφού έχασε μέλη της οικογένειάς του.
Όπως είχε αναφέρει, ο πατέρας και ένας αδελφός του σκοτώθηκαν από τους Ταλιμπάν, ενώ η μητέρα του, η αδελφή του και ακόμα ένας αδελφός του έχασαν τη ζωή τους σε βομβιστική επίθεση.
Ακολούθησε διαδρομή μέσω Πακιστάν, Ιράν και Τουρκίας, πριν φτάσει τελικά στη Λέσβο το 2016. Στη συνέχεια ασπάστηκε τον Χριστιανισμό και δραστηριοποιήθηκε σε ανθρωπιστικές οργανώσεις.
Στο ίδιο περιβάλλον γνώρισε και τη σύζυγό του, Αμερικανίδα εθελόντρια, με την οποία παντρεύτηκαν το 2023 και απέκτησαν ένα παιδί.
Η υπόθεση της δολοφονίας
Ο 26χρονος κατηγορείται ότι στις 15 Ιουλίου σκότωσε την 38χρονη Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος και στη συνέχεια μετέφερε τη σορό της μέσα σε βαλίτσα, την οποία φέρεται να εγκατέλειψε σε εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Αθήνα.
Η 38χρονη, η οποία δραστηριοποιούνταν σε χριστιανική ανθρωπιστική οργάνωση, γνώριζε τον Αχμαντζάι και τη σύζυγό του. Σύμφωνα με πληροφορίες από την έρευνα, η σύζυγος του 26χρονου ήταν εκείνη που απευθύνθηκε στις Αρχές, όταν άρχισε να θεωρεί ύποπτη τη συμπεριφορά του.
Πριν από την απολογία του, ο κατηγορούμενος είχε αρνηθεί ότι ευθύνεται για τον θάνατο της γυναίκας, υποστηρίζοντας ότι τη βρήκε νεκρή και ότι πανικοβλήθηκε.
«Δεν έχω κάνει ποτέ κακό σε κανέναν. Θέλω να με καταλάβετε και να με πιστέψετε. Απλώς πανικοβλήθηκα», φέρεται να είχε αναφέρει.
Κατά την απολογία του, ωστόσο, επέλεξε να μην απαντήσει στις ερωτήσεις των δικαστικών αρχών και στη συνέχεια κρίθηκε προφυλακιστέος.
Η έρευνα συνεχίζεται προκειμένου να αποσαφηνιστούν οι συνθήκες του θανάτου της 38χρονης, καθώς και ο ρόλος κάθε εμπλεκόμενου προσώπου στην υπόθεση.
