Η κοινωνία του ιδιωτικού οράματος και η μεταμοντέρνα πολιτική του θεάματος
Υπάρχει μια βαθιά μετατόπιση που χαρακτηρίζει τη νέα διεθνή πολιτική και την πολιτισμική συνθήκη του μεταμοντέρνου κόσμου.
Δεν πρόκειται απλώς για μια αλλαγή θεσμών ή γεωπολιτικών ισορροπιών. Πρόκειται για τη σταδιακή εγκατάσταση μιας κοινωνίας όπου το συλλογικό υποχωρεί μπροστά στο ιδιωτικό όραμα, όπου η εμπειρία αντικαθίσταται από την αναπαράστασή της και η πολιτική μετατρέπεται σε σκηνοθεσία εικόνων. Η κοινωνία του θεάματος δεν είναι πλέον η κοινωνία της κατανάλωσης μόνο· είναι η κοινωνία όπου η ζωή μιμείται τον ίδιο της τον εαυτό.
Στη μεταμοντέρνα πραγματικότητα η αυθεντικότητα δεν καταργείται· αναπαρίσταται. Το γεγονός δεν προηγείται της εικόνας του, αλλά συχνά γεννιέται για να υπηρετήσει την εικόνα. Η προσωπική εμπειρία μετατρέπεται σε δημόσια αφήγηση, η ιδιωτική στιγμή σε ψηφιακό γεγονός, η πολιτική πράξη σε επικοινωνιακή παράσταση. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία της κλαψούρικης έπαρσης: όλοι αισθάνονται μοναδικοί, αλλά μέσα από προκατασκευασμένα πρότυπα· όλοι διεκδικούν αναγνώριση, αλλά μέσα σε ένα σύστημα που παράγει διαρκώς ομοιομορφία.
Η μεγαλύτερη επιτυχία αυτού του κόσμου είναι ότι κατάφερε να μετατρέψει τη βεβαιότητα στην πιο αποτελεσματική ψευδαίσθηση.
Δεν υπάρχει χώρος για αμφιβολία, για αργή σκέψη ή για υπαρξιακή αναζήτηση. Οι αλγόριθμοι προσφέρουν άμεσες απαντήσεις, τα δίκτυα παράγουν διαρκείς επιβεβαιώσεις και οι πολιτικοί λόγοι διαμορφώνονται ώστε να μην αφήνουν κενά. Κι όμως, ακριβώς εκεί όπου όλα φαίνονται βέβαια, η πραγματικότητα γίνεται περισσότερο ασταθής από ποτέ.
Η νέα διεθνής πολιτική αξιοποιεί αυτή τη συνθήκη. Οι συγκρούσεις παρουσιάζονται ως επικοινωνιακά προϊόντα, η διπλωματία μετατρέπεται σε τηλεοπτική αφήγηση και η ισχύς μετριέται πλέον όχι μόνο με στρατούς ή οικονομίες, αλλά και με την ικανότητα παραγωγής εντυπώσεων. Η στρατηγική της υπεκφυγής γίνεται βασική πολιτική μέθοδος. Η ευθύνη διαχέεται μέσα σε αλγοριθμικά συστήματα, η απόφαση εμφανίζεται ως τεχνική αναγκαιότητα και όχι ως πολιτική επιλογή.
Αυτή είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική μορφή της μεταμοντέρνας ευγένειας της απόστασης.
Δεν συγκρούεσαι με τον άλλον· απλώς τον αποκλείεις από τον ορίζοντα της ορατότητάς σου. Δεν αντικρούεις τις ιδέες του· τις αφήνεις να εξαφανιστούν μέσα στην αδιάκοπη ροή νέων πληροφοριών. Η σιωπή γίνεται αποτελεσματικότερη από τη λογοκρισία και η αδιαφορία ισχυρότερη από την αντιπαράθεση.
Ταυτόχρονα, ο σύγχρονος πολίτης παραχωρεί σταδιακά τη σκέψη, το συναίσθημα και τη δράση του στην τεχνητή νοημοσύνη και στα υπολογιστικά συστήματα που οργανώνουν την καθημερινότητά του. Δεν πρόκειται μόνο για τεχνολογική διευκόλυνση. Πρόκειται για μια βαθιά ανθρωπολογική μεταβολή. Οι αποφάσεις προτείνονται από αλγορίθμους, οι επιθυμίες ταξινομούνται από πλατφόρμες, οι σχέσεις φιλτράρονται από μηχανές πρόβλεψης και οι επιλογές αποκτούν τη μορφή στατιστικών πιθανοτήτων. Οι λύσεις γίνονται ολοένα και περισσότερο αλγοριθμικές, αφήνοντας εκτός το μυστήριο, την αβεβαιότητα, το απρόβλεπτο· όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν την ανθρώπινη ελευθερία.
Μαζί με το μυστήριο διαγράφεται και η συλλογικότητα.
Η βούληση, η φαντασία, η εμπειρία και η σύμπτωση χάνουν τις πυκνότητες και τις θελκτικές σημασίες τους. Αντικαθίστανται από την απόλυτη κυριαρχία της οθόνης, όπου κάθε γεγονός ισοπεδώνεται στην ίδια επιφάνεια, κάθε συναίσθημα αποκτά την ίδια διάρκεια και κάθε κρίση μετατρέπεται σε εφήμερο ψηφιακό θέαμα. Η ιστορία υποχωρεί μπροστά στην επικαιρότητα και η μνήμη αντικαθίσταται από τη συνεχή ανανέωση της ροής.
Έτσι γεννιέται μια κοινωνία που αναζητεί ταυτότητα μέσα από τη νεύρωση. Η αδιάκοπη έκθεση του εαυτού, η ανάγκη διαρκούς επιβεβαίωσης και η αγωνία της κοινωνικής ορατότητας δημιουργούν έναν πολιτισμό κυκλοθυμικών εξαρτήσεων. Ο άνθρωπος εναλλάσσει με ταχύτητα τον ενθουσιασμό με την απογοήτευση, τη δημόσια καταγγελία με τη λήθη, την οργή με την αδιαφορία. Η ταχύτητα αντικαθιστά το βάθος και η ένταση υποκαθιστά τη διάρκεια.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδύεται και μια νέα μορφή νεκροπολιτικής. Όχι μόνο ως διαχείριση της ζωής και του θανάτου από την εξουσία, αλλά ως καθημερινή ακύρωση της εμπειρίας. Χωρίς προσωπική ευθύνη, χωρίς πραγματικές συγκρούσεις, αλλά με μόνιμη βανδαλιστική ετοιμότητα απέναντι σε κάθε διαφορετική φωνή, η κοινωνία του θεάματος καλωσορίζει τους πολίτες στη διαρκή ακύρωση. Η κουλτούρα της ακύρωσης δεν καταστρέφει μόνο πρόσωπα· διαβρώνει τη δυνατότητα του διαλόγου, της συγχώρεσης και της ιστορικής μνήμης.
Το ιδιωτικό όραμα γίνεται έτσι η νέα ιδεολογία της εποχής.
Ο καθένας οικοδομεί έναν προσωπικό κόσμο, επιμελημένο από αλγορίθμους και προστατευμένο από κάθε αντίφαση. Όμως μια δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει ως άθροισμα ιδιωτικών καθρεφτών. Χρειάζεται κοινό χώρο, κοινή εμπειρία, δημόσια ευθύνη και πολιτική φαντασία. Χρειάζεται το θάρρος της αμφιβολίας απέναντι στη γοητεία της βεβαιότητας.
Το πραγματικό διακύβευμα της εποχής δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη θα γίνει ισχυρότερη ούτε αν οι οθόνες θα καταλάβουν ακόμη μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Είναι αν ο άνθρωπος θα διατηρήσει την ικανότητα να εκπλήσσεται, να αμφιβάλλει, να συμπάσχει και να δημιουργεί συλλογικά νοήματα. Γιατί όταν η ζωή περιορίζεται να μιμείται τον εαυτό της, τότε η ιστορία σταματά να παράγει μέλλον και αρκείται στην ατέρμονη ανακύκλωση εικόνων του παρόντος.
