Όταν η διοίκηση λειτουργεί απέναντι στη σχολική κοινότητα
Δεν πρόκειται πλέον για παρεξήγηση. Δεν πρόκειται για μια ατυχής διατύπωση που μπορεί να διορθωθεί με διευκρινίσεις. Η στάση της Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Δ΄ Αθήνας συνιστά ευθεία προσβολή προς τη σχολική κοινότητα και ταυτόχρονα σαφή ένδειξη μιας βαθιά προβληματικής, αυταρχικής διοικητικής αντίληψης.
Η απόπειρα να παρουσιαστούν οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης ως αποτέλεσμα «άγνοιας» δεν είναι απλώς υποτιμητική. Είναι πολιτικά επικίνδυνη. Ακυρώνει συνειδητά τη φωνή γονέων και εκπαιδευτικών, τους στερεί την ικανότητα κρίσης και τους τοποθετεί στη θέση του «καθοδηγούμενου πλήθους».
Αυτό δεν είναι διοίκηση. Είναι ευθεία απαξίωση της δημοκρατίας μέσα στο σχολείο.
Στοχοποίηση και εκφοβισμός
Όταν μια διοίκηση αντιμετωπίζει τη συμμετοχή ως πρόβλημα, τότε δεν έχουμε απλώς έλλειμμα διαλόγου — έχουμε ενεργή στοχοποίηση.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής και επαναλαμβανόμενη:
- πειθαρχικές διαδικασίες που πολλαπλασιάζονται,
- διαρκής πίεση προς εκπαιδευτικούς,
- απαξίωση συλλογικών οργάνων,
- και εχθρική στάση απέναντι σε κάθε μορφή συνδικαλιστικής δράσης.
Αυτό δεν συνιστά «αυστηρή διοίκηση». Συνιστά καθεστώς εκφοβισμού.
Η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης
Η πιο ανησυχητική διάσταση είναι η προσπάθεια ενοχοποίησης της αλληλεγγύης. Όταν γονείς και εκπαιδευτικοί εκφράζουν δημόσια στήριξη, δεν «παρεμβαίνουν». Ασκούν δικαίωμα.
Η μετατροπή αυτής της στάσης σε πρόβλημα προς «διόρθωση» συνιστά επικίνδυνη εκτροπή. Στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα:
όποιος εκφράζεται, στοχοποιείται.
όποιος αντιδρά, ελέγχεται.
όποιος δεν συμμορφώνεται, τιμωρείται.
Αυτή είναι λογική καταστολής, όχι εκπαίδευσης.
Πειθαρχία ως μηχανισμός επιβολής
Οι πειθαρχικές διαδικασίες, όταν χρησιμοποιούνται επιλεκτικά και με ένταση, παύουν να είναι θεσμικό εργαλείο και μετατρέπονται σε μέσο επιβολής.
Δεν λειτουργούν για την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου.
Λειτουργούν για να παράγουν σιωπή.
Και η σιωπή που επιβάλλεται δεν είναι τάξη. Είναι φόβος.
Διοίκηση χωρίς λογοδοσία
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι οι ίδιες οι πρακτικές. Είναι η αντίληψη που τις γεννά: ότι η διοίκηση δεν οφείλει να ακούει, να διαλέγεται ή να λογοδοτεί.
Ότι η εξουσία μπορεί να ασκείται μονομερώς, χωρίς αντίλογο.
Αυτή η αντίληψη δεν είναι απλώς λανθασμένη. Είναι επικίνδυνη. Γιατί ακυρώνει τον ίδιο τον χαρακτήρα του δημόσιου σχολείου ως χώρου δημοκρατίας.
Το σχολείο δεν είναι μηχανισμός συμμόρφωσης
Το σχολείο δεν είναι διοικητική πυραμίδα όπου οι εντολές κατεβαίνουν και οι αντιδράσεις καταστέλλονται. Δεν είναι χώρος επιβολής πειθαρχίας μέσω φόβου.
Είναι —ή οφείλει να είναι— κοινότητα.
Και σε μια κοινότητα:
- η κριτική είναι δικαίωμα,
- η διαφωνία είναι αναγκαία,
- η συμμετοχή είναι θεμέλιο.
Η συστηματική υπονόμευση αυτών των στοιχείων δεν αποτελεί απλώς διοικητική επιλογή. Αποτελεί αλλοίωση του ίδιου του θεσμού.
Το πραγματικό διακύβευμα
Το ζήτημα δεν αφορά ένα περιστατικό ή μια διεύθυνση. Αφορά μια ευρύτερη κατεύθυνση: τη μετατροπή του σχολείου από χώρο συνεργασίας σε χώρο ελέγχου.
Από κοινότητα σε μηχανισμό συμμόρφωσης.
Και αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό.
Καμία ανοχή στον αυταρχισμό
Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί που αρνούνται να σιωπήσουν δεν δημιουργούν πρόβλημα. Αποκαλύπτουν το πρόβλημα.
Γιατί ένα σχολείο που φοβάται τη φωνή της κοινότητάς του είναι ήδη βαθιά άρρωστο.
Και μια διοίκηση που αντιμετωπίζει τη συμμετοχή ως απειλή δεν ασκεί απλώς λανθασμένη πολιτική.
Ασκεί αυταρχική εξουσία.
Αυτό δεν μπορεί να εξωραϊστεί.
Δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.
Και, κυρίως, δεν μπορεί να γίνει ανεκτό.