Δύο ακόμη αυτοκτονίες εφήβων. Δύο ακόμη παιδιά που «δεν άντεξαν». Και σχεδόν αμέσως ξεκίνησε κάτι πολύ γνώριμο: η αγωνιώδης ανάγκη της κοινωνίας να βρει έναν ένοχο
Έφταιξαν οι Πανελλήνιες. Οι γονείς. Το σχολείο. Τα social media. Το σύστημα.
Κάθε φορά που ένας νέος άνθρωπος βουτάει στο κενό, συμβαίνει το ίδιο. Δεν αντέχουμε να μείνουμε πολύ ώρα απέναντι στο σοκ και στην αβεβαιότητα. Πρέπει γρήγορα να βρούμε μια εξήγηση, έναν υπεύθυνο. Ένα λάθος που, αν το διορθώσουμε, θα μας επιτρέψει να πιστέψουμε ότι δεν θα ξανασυμβεί.
Όσο και να μοιάζει με κοινωνικό σχολιασμό, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια βαθιά ψυχολογική ανάγκη. Η αυτοκτονία ενός νέου ανθρώπου μας φέρνει αντιμέτωπους με κάτι τρομακτικό: ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε πλήρως τη ζωή, τον ψυχισμό ή τις σχέσεις. Και τότε αρχίζουμε να απλοποιούμε την πραγματικότητα για να μειώσουμε το άγχος μας. Αν υπάρχει ένοχος, ο κόσμος ξαναγίνεται προβλέψιμος. Η αγωνία μειώνεται. Δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι «αν το διορθώσουμε αυτό, δεν θα ξανασυμβεί».
Γι’ αυτό μετά από κάθε τραγωδία εμφανίζεται τόσο γρήγορα η ανάγκη για καταγγελία, ηθική βεβαιότητα και πόλωση. Είναι πιο εύκολο να πούμε «φταίνε οι Πανελλήνιες» ή «φταίνε οι γονείς» παρά να αντέξουμε κάτι πολύ πιο δύσκολο: ότι κάποιες ανθρώπινες καταστάσεις είναι σύνθετες και δεν εξηγούνται πλήρως.
Βέβαια, θα ήταν αφελές να υποστηρίξουμε ότι οι Πανελλήνιες είναι εντελώς αθώες. Οι ψυχικές καταρρεύσεις και οι αυτοκτονίες όντως κορυφώνονται συχνά αυτή την περίοδο. Δεν είναι τυχαίο. Οι εξετάσεις αποτελούν μια βαθιά φορτισμένη συλλογική εμπειρία για την ελληνική κοινωνία. Για δεκαετίες συμβόλιζαν την κοινωνική άνοδο, τη δικαίωση, την επιτυχία αλλά και τον φόβο της αποτυχίας.
Παλιότερα, οι τραγωδίες γύρω από τις εξετάσεις συνδέονταν κυρίως με έναν συγκεκριμένο τύπο οικογένειας: τον αυστηρό, πιεστικό γονιό που επέβαλλε στα παιδιά του το δικό του όνειρο. Αυτός ο τύπος γονιού υπήρξε. Όμως σήμερα, παρότι δεν έχει εξαφανιστεί εντελώς, σίγουρα δεν είναι πλέον ο κυρίαρχος.
Κι όμως, εμείς συνεχίζουμε να εξηγούμε πολλές αυτοκτονίες με τον παλιό τρόπο. Βλέπουμε μια τραγωδία και λέμε: «Επ, τον πιάσαμε τον καταπιεστή». «Επ, το βρήκαμε το σάπιο σύστημα».
Μόνο που η κοινωνία και η γονεϊκότητα έχουν αλλάξει δραματικά. Οι νέοι σήμερα έχουν πολύ περισσότερες επιλογές και ευκαιρίες στο θέμα της εκπαίδευσης και πολύ μεγαλύτερη ελευθερία απ’ ό,τι παλιότερα. Αλλά και οι σχέσεις γονιών-παιδιών έχουν μετατοπιστεί από την ακαμψία και την αυστηρότητα προς μια κουλτούρα υπερπροστασίας και διαρκούς συναισθηματικής επιτήρησης.
Στις δικές μου μέρες ως ειδικός, έχω παρατηρήσει κάτι που ίσως ξενίζει: τα πιο αγχωμένα παιδιά συχνά δεν είναι τα πιο πιεσμένα. Είναι εκείνα που μεγαλώνουν μέσα σε μια συνεχή προσπάθεια των ενηλίκων να τα προστατεύσουν από τη δυσκολία, τη ματαίωση, την αποτυχία ή τη στεναχώρια.
Αυτό αλλάζει βαθιά τη σχέση των νέων με τον ψυχικό πόνο. Γιατί όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον που αγωνιά διαρκώς να το κρατήσει «καλά», μπορεί ασυνείδητα να αρχίσει να βιώνει τη δυσφορία όχι ως μέρος της ζωής αλλά ως κάτι αφόρητο ή επικίνδυνο.
Και έτσι ίσως φτάνουμε σε ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα της εποχής μας: μήπως μεγαλώνουμε παιδιά που δυσκολεύονται να αντέξουν την ανθρώπινη ευαλωτότητα; Όχι επειδή είναι αδύναμα, αλλά επειδή έχουν μάθει ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν ότι είναι καλά.
Ο σύγχρονος κόσμος δυσκολεύεται πολύ να αντέξει τον ψυχικό πόνο. Όταν ένας έφηβος υποφέρει, βιαζόμαστε να τον καθησυχάσουμε, να του δώσουμε λύσεις, να τον επαναφέρουμε γρήγορα στη λειτουργικότητα. Όμως καμιά φορά η βαθύτερη μοναξιά βρίσκεται στο ότι κανείς δεν αντέχει να μείνει αρκετά μέσα σε αυτό που νιώθουμε.
