19 ΜΑΙΟΥ- ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
Όταν το καράβι με τους πρόσφυγες σφύριζε την αναχώρηση, ένας γενειοφόρος ασπρομάλλης γέροντας σηκώθηκε ορθός στο κατάστρωμα και σαν σε αρχαία τραγωδία αναφώνησε.
Ανθίστεν δεντρά αν θέλετεν
αν θέλετεν αρνηθέστεν
Αν θέλετε πείστεν καρπόν
αν θέλετεν μαραθέστεν
Εμείς για πάντα φεύομε
αφείνουμε χαιρετίας
Εσύ πατρίδαν μ’ ανασπάλτς
κράτμας αρωθυμίας
19 Μαίου ημέρα μνήμης και μνημόσυνου για την Γενοκτονημένη γενιά του ποντιακού ελληνισμού.
Ξαφνικά λες και κάποιος κατέβασε τον διακόπτη της γης, σκοτείνιασε η Ανατολή.
Έβρεχε τέρατα ο ουρανός κι η γη ξερνούσε δράκους.
Ποτάμι το αίμα, θαρρείς και σφάζονταν η καρδιά της γης. Ο Ελληνισμός του Πόντου, νεκρός, σαβανωμένος κι οι δρόμοι της προσφυγιάς γιόμισαν αίμα και δάκρυα.
Δολοφονούνταν οι άνθρωποι δίχως οίκτο και πετιούνταν σε λάκκους και χαντάκια, άταφοι, ούτε καν σε ανώνυμα κοιμητήρια, Η φρίκη απλωμένη παντού.
Στις παραλίες τα πλήθη περιμένουν κι ο ιερέας με την άσπρη γενειάδα να ψέλνει δακρυσμένος: Σώσον Κύριε τον λαόν σου.
Το καράβι με τους πρόσφυγες έφυγε και ο θρήνος ράγισε την ασημένια θάλασσα.
Βαθιά ραγισματιά μέσα στο χρόνο το αγγελούδι που ξεψύχησε πάνω στο βυζί της μάνας.
Το καράβι χάθηκε μέσα στη νύχτα κι η νύχτα τρικύμισε από τη βουή του θρήνου.
Χρόνια του διωγμού και της εξορίας. Χρόνια της ταπείνωσης.
Στιγμές που σημαδεύουν με αίμα την ανθρώπινη ιστορία. Στιγμές κύκλιες που φορτίζουν το χρόνο με τη μνήμη του χαμένου, την μνήμη την ακοίμητη του αδικαίωτου.
Τούτες οι μνήμες ορθώνονται σαν φιγούρες μιας τραγωδίας Αισχύλιας.
Τούτες οι μνήμες είναι αίμα. Το αίμα ολόκληρης της προσφυγιάς που απλώνεται σαν πελώρια σκοτεινή κηλίδα πάνω στη νύχτα του κόσμου.
Ένας κύκλος σαν κραυγή, σαν άβυσσος, σαν επιθανάτιος βρόγχος.
Ύστερα από τη σφαγή της ντροπής, απλώθηκε μια νεκρική σιγή.
Μονάχα ο Γκιώνης γυρνούσε τα βράδια στους έρημους τάφους και θρηνούσε με πόνο. Η φωνή του ήταν η νεκρική λειτουργία και το μνημόσυνο που δεν έγιναν ποτέ.
Ημέρα μνήμης και μνημόσυνου.
Μα εγώ πάω πιο πέρα. Είναι μια θέληση, θέληση γεμάτη πάθος, να κρατηθεί ζωντανή η ρίζα.
Εκείνοι που βίωσαν εκεί την εγκοσμιότητα τους, πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια έως τον πάππο μου , αποτελούν σε βάθος μια Ελλάδα αδιαίρετη και απόρθητη. Γιατί η ψυχή και το πνεύμα, η βίωση του λόγου, ως κοσμικής έκφρασης δεν εκπορθούνται, που σημαίνει δεν εκπατρίζονται.
Τι κατηγορητήριο να αποδοθεί σε εκείνους που δημιούργησαν εκείνες τις συνθήκες και σε εκείνους που εκτέλεσαν τα σχέδια τους.
Ο φονιάς οφείλει να ζητήσει απλά και ταπεινά συγνώμη. Χρέος ιστορικό, ηθικό, πολιτισμικό, ανθρώπινο για να το πράξει. Όμως δεν το πράττει. Κι όμως η Ελληνική πολιτεία δεν το απαίτησε ποτέ για το πράξει.
Η ιστορία ενός Έθνους δεν είναι τα χαραγμένα ορόσημα πάνω στους χάρτες, που σχεδιάζουν οι φρακοφόροι, που ονομάζουν την μοιρασιά της γης και των λαών, συνδιάσκεψη ειρήνης.
Οι ισχυροί της γης όμως επιβάλουν πως για να έχεις πατρίδα χρειάζεται τίτλος κυριότητας, τον οποίοι οι ίδιοι παραχωρούν ή αφαιρούν με μια μόνο κονδυλιά.
Κι ύστερα η ιστορία, οι μελετητές αποτιμούν τους νεκρούς και το οικονομικό κόστος. Τις ζημίες και τα οφέλη.
Ισολογισμοί αίματος!
Από τα στενά του Ελλησπόντου πέρασαν τα τελευταία απομεινάρια μιας γενοκτονημένης και ξεριζωμένης γενιάς. Μέσα στο χάος της καταστροφής, η προσφυγιά δεν άκουσε το θρήνο της Έλλης, που αναδύθηκε από τα βάθη της θάλασσας για να θρηνήσει τη γενιά της.
Να μαζέψει το αίμα της που έτρεχε νωπό πάνω στην θάλασσα.
Εκείνο το αίμα δεν στέγνωσε ακόμα και δεν θα στεγνώσει και δεν θα εξαγνιστεί αν δεν απλωθεί πάνω στην ιστορία, η οποία θα το καθαγιάσει, θα απορροφήσει για να μην σεργιανάει αγριεμένο, οργισμένο, κοχλάζον.
Τούτο το αίμα πρέπει να δικαιωθεί, Είναι το αίμα της μνήμης, το πιο καθάριο αίμα της ελληνικότητας. Είναι η ταυτότητα του πνεύματος.
Είναι η ιστορική δικαίωση. Τούτο το σημείο επαφής με τη μνήμη πρέπει να μην χαθεί. Τούτο το μνημόσυνο πρέπει να είναι η συλλογική μνήμη του πόνου.
Οι πολιτικοί και οι διπλωμάτες, στο όνομα της απόλυτης ελευθερίας και δημοκρατίας, έννοιες που γεννήθηκαν από αυτήν την χώρα έχουν το δικαίωμα να ασχημονούν και να ψεύδονται.
Οι λαοί όμως δεν έχουν το δικαίωμα να λησμονούν και να ανέχονται.
Άκσον πουλίν την κεμεντσέν, άκσον την τραωδίαν
μοιρολογούν την προσφυγιάν και την γενοκτονίαν
Κλαιν τα πουλία του ουρανού κλαίγνε και τα λιθάρια
σε εκείνον τον ξεριζωμόν εσπάγαν παλικάρια
Εστάθεν κι ο σταυραετόν να ακούει το μοιρολόι
αν είχεν στόμαν ανθρωπή θε βάρκιζεν οϊ οϊ
Άκσον πουλίμ την κεμεντσέν , άξον την τοξαρέαν
τρανά κιφάλια εκάρφωσαν σον Πόντον μαχαιρέα
Βροντά κι αστράφτ΄ο Διγενής, η γης αναταράεν
σου Πόντου την χαλαμονήν, ατέ πα εχπαράεν
Ελίβωσεν κι ο ουρανόν, μαύρον επέρεν χρώμα
ασή πατρίδας την γεράν, το αίμαν στάζ ακόμαν
Συ κεμεντσές το μοιρολόι- κλαίγνε και τα εικόνας
η Παναγιά θ’ αναστειλών, του Πόντου τα κολώνας
Ο Πόντον εν ελληνισμός, ο Πόντον εν κειμήλιον
Απές σον κόσμον θα φωτάζ, όσον φωτάζ κι ο ήλιον
