Αντίο, τσολιαδάκια – Οι έλληνες δημιουργοί επαναπροσδιορίζουν τα σουβενίρ

Design studios και έλληνες καλλιτέχνες ανασχεδιάζουν την έννοια των αναμνηστικών, απομακρύνοντάς τη από τη στερεοτυπική φολκλορική λογική της Ακρόπολης μπρελόκ.

αγνητάκι με φόντο γαλανόλευκη σημαία συνοδεία τρούλου αιγαιοπελαγίτικου και γάτας ξαπλωμένης στη σκιά φούξιας βουκαμβίλιας, μινιατούρα Ακρόπολης με κρυφό φωτισμό και τσολιαδάκια μπρελόκ με “I Love Greece” λογότυπο. Αυτά είναι μερικά από τα αναμνηστικά που ακόμα μπορεί να βρει κανείς στους τουριστικούς προορισμούς. Για δεκαετίες, αυτή ήταν η μοναδική «γλώσσα» του ελληνικού αναμνηστικού που έδινε έμφαση σε όψεις φολκλορικής φλυαρίας. Το σκηνικό αλλάζει. Κεραμίστες, εικαστικοί, graffiti και tattoo artists, καλλιτέχνες, product designers στρέφουν το βλέμμα τους στην ίδια πρώτη ύλη — την τοπική ιστορία, την καθημερινότητα, τη συλλογική μνήμη — και επιστρέφουν με προτάσεις σύγχρονες. Προτάσεις που μπορεί να αποτελέσουν επιλογή ανάμνησης για τον επισκέπτη, αλλά και επιλογή υψηλής αισθητικής για όλους εμάς. Design αντικείμενα που επανερμηνεύουν με σύγχρονο τρόπο στοιχεία της ελληνικής κουλτούρας — από τα μοτίβα της λαϊκής τέχνης και την αρχιτεκτονική μέχρι τις εικόνες της καθημερινής ζωής που ορίζουν τη σχέση μας με αυτόν τον τόπο. Κεραμικά, τυπογραφικές αφίσες, διακοσμητικά, χρηστικά αντικείμενα: η φόρμα αλλάζει, αλλά η πρόθεση παραμένει κοινή. Να δημιουργηθεί κάτι που φέρει ταυτότητα χωρίς να πέφτει στην παγίδα του στερεότυπου, κάτι που μπορεί να σταθεί μόνο του ως αντικείμενο αισθητικής αξίας. Τα ελληνικά design studios επαναπροσδιορίζουν τα αναμνηστικά made in Greece, δημιουργώντας αληθινή τέχνη. Χριστίνα Μόραλη Από το 1976, η Χριστίνα Μόραλη διατηρεί δικό της καλλιτεχνικό εργαστήριο, με προσανατολισμό καθαρά στη σύγχρονη κεραμική. Με δεκαετίες πειραματισμού σε τεχνικές και υλικά: από τον πηλό μέχρι το μέταλλο ως μέσο έκφρασης, η πηγή έμπνευσής της προέρχεται είτε από την αρχαιότητα, είτε από τη νεότερη εποχή που είχε σχέση με την παράδοση. «Σπούδασα στη Σχολή Δοξιάδη τη δεκαετία του `70 και Κεραμική στην Αγγλία στο Hammersmith College of Art. Εκείνη την εποχή διδασκόμασταν το Design χωρίς να του δίνεται αυτός ο τίτλος. Προφανώς αυτό μου “μίλαγε” από τότε και χωρίς να το καταλαβαίνω έμεινε στο υποσυνείδητο. Έτσι, προέκυψε όλη η σειρά με τα αντικείμενα design που έχω σχεδιάσει. Ζώντας σε μια χώρα με έντονη τουριστική κίνηση έχω εικόνες από πολλά καλά και κακά “τουριστικά σουβενίρ”. Όταν αποφάσισα λοιπόν να δώσω κάτι σχετικό με τα τουριστικά το προσέγγισα μέσα από τη δική μου ματιά: με μια δόση πιο ελαφριά, χιουμοριστική. Προέκυψαν πολλά σχέδια που έπρεπε να καταλήξω. Επέλεξα τα πιο “αστεία”, όπως το τσαρούχι και η αποθήκευση του χαρτιού υγείας», αναφέρει στο ΒΗΜΑ η Χριστίνα Μόραλη. Στοιχεία της ελληνικότητας για εκείνη είναι όλες αυτές οι εικόνες που μας συνοδεύουν στην καθημερινότητα. Από σκεύη εστίασης και κομμάτια ένδυσης, μέχρι εργαλεία εργασίας της υπαίθρου. «Τη δεκαετία του `90 που ξεκίνησα να σχεδιάζω όλη αυτή τη σειρά των βιομηχανικών προϊόντων η αφετηρία μου ήταν τα ελληνικά προϊόντα που έβρισκα στο εμπόριο. Σαπούνια, τρόφιμα, φάρμακα. Ό,τι μου “γέμιζε” το μάτι και είχε minimal αισθητική κατά κύριο λόγο, αυτή ήταν η αφετηρία μου». Μετά αρχίζει το παιχνίδι. Η Μόραλη επιστρατεύει τη φαντασία της για να τα μετατρέψει σε κάτι πρακτικό. Δοχείο αποθήκευσης, κανάτι, σουβέρ και πολλά άλλα. «Παράδειγμα το σαπούνι ΑΡΚΑΔΙ έχει μια δύναμη ως σχήμα και ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας. Έγινε press papier. Η ασπιρίνη επίσης με ενδιέφερε πολύ ως σχήμα. Έγινε κι αυτή press papier. Οι δεκάρες από την άλλη ήταν μεν σχεδιαστικά πολύ φλύαρες αλλά ήταν ένα ελληνικό σύμβολο που δεν μπορούσες να το αγνοήσεις. Τις έκανα σουβέρ. Ωραία εποχή γεμάτη δημιουργικότητα και γέλιο. Χανόμουν στα supermarket και έψαχνα τα προϊόντα στα ράφια που θα μου ταίριαζαν στον σχεδιασμό, μετατρέποντάς τα σε χρηστικά αντικείμενα με υλικό κατά κύριο λόγο τον πηλό και έπειτα το αλουμίνιο». Η Μόραλη επισημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια το design έχει πλέον αναγνωριστεί και απογειωθεί στην Ελλάδα από καταξιωμένους σχεδιαστές. «Πολλοί από αυτούς κινούνται στο ίδιο πνεύμα με μένα, το χιούμορ. Όταν ξεκίνησα τη δεκαετία του`90 δεν υπήρχε ο όρος design. Ούτε και εγώ του έδινα αυτόν τον τίτλο. Ήμουν από τις πρώτες που μπήκε σε αυτά τα “χωράφια” και σίγουρα από τον χώρο της κεραμικής η μόνη». Η σύγχρονη εκπαίδευσή της λειτούργησε και λειτουργεί ως άξονας, χωρίς να παραγκωνίζει τις ρίζες των καταβολών μας που δεν είναι άλλες από την παράδοση. «Είναι επόμενο να μην έχω τη “φολκλορική” αισθητική. Οι καταβολές μας όμως πηγάζουν από την παράδοση και τις εκφράζω με μια σύγχρονη αισθητική». ICHOR Studio Όταν ο εικαστικός Παναγιώτης Βαλαής και ο graffiti και tattoo artist Sake επισκέφθηκαν την Ακρόπολη με τις κόρες τους, μια απλή ερώτηση άλλαξε τα πράγματα. «Πώς θα έμοιαζε ο Παρθενώνας αν είχαμε μια χρονομηχανή και επιστρέφαμε πίσω στον 5ο αιώνα π.Χ.;» Η απάντηση ήταν μονολεκτική: χρώμα. «Εκείνο που σκεφτήκαμε ήταν πώς θα μπορούσαμε να επαναφέρουμε το χρώμα στο άγαλμα, όμως με έναν τρόπο πιο σύγχρονο, πιο εμφατικό, τελικά πιο δικό μας», είχε αναφέρει ο Sake στη συνέντευξη που είχαν δώσει στο ΒΗΜΑ και τον Κώστα Μπουρούση. Ο Sake και ο Παναγιώτης Βαλαής επί τω έργω. Photo Credits: Σίσσυ Μόρφη Με τη σκέψη να «πειράξουν» την ιστορία, δημιούργησαν το ICHOR Studio. Ποια στοιχεία της ελληνικότητας επιλέγουν να διατηρήσουν και ποια να αποδομήσουν; «Βασική αρχή μας, είναι να διατηρούμε στοιχεία της ιστορίας και του τόπου μας αποτυπώνοντάς τα με μία φρέσκια και σύγχρονη ματιά. Σκοπός μας είναι να χρησιμοποιούμε στοιχεία της ελληνικής μυθολογίας αλλά και σύμβολά της σύγχρονης Ελλάδας ώστε να μάθουν και να έρθουν σε επαφή με την ιστορία μας όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι διαφορετικών γενεών και εθνοτήτων. Παράλληλα αποδομούμε στερεότυπα που για χρόνια ταυτίστηκαν με την τουριστική εικόνα της χώρας. Η Ελλάδα είναι πολλά περισσότερα από μία φολκλορική αναπαράσταση», αναφέρει στο ΒΗΜΑ ο Παναγιώτης Βαλαής. Για το ICHOR studio το σύγχρονο ελληνικό design μπορεί να μετατρέψει το αναμνηστικό από ένα απλό τουριστικό αντικείμενο σε φορέα πολιτισμικής αφήγησης. «Οτιδήποτε παρουσιάζεται από έναν καλλιτέχνη είναι φορέας του πολιτισμού και της καταγωγής του. Με αυτήν την έννοια όλα τα αντικείμενα είτε είναι τουριστικά αναμνηστικά είτε είναι αντικείμενα τέχνης, διατηρούν στον πυρήνα τους την πολιτιστική και πολιτισμική κληρονομιά του τόπου από τον οποίο δημιουργούνται. Όταν ο σχεδιασμός βασίζεται σε πρωτότυπη δημιουργία , σε τοπική παραγωγή και σε ουσιαστική έρευνα γύρω από την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, τότε το αντικείμενο παύει να είναι ένα στιγμιαίο ενθύμιο και γίνεται ένα έργο τέχνης που συνεχίζει να επικοινωνεί την ελληνική κληρονομιά πολύ μετά το τέλος του ταξιδιού», επισημαίνει. Είναι άραγε εύκολο να ισορροπήσει κανείς ανάμεσα στην παράδοση και σε μια πιο σύγχρονη, διεθνή σχεδιαστική γλώσσα; Η απάντηση του Παναγιώτη είναι ξεκάθαρη, «καθόλου εύκολο», καθώς ο άνθρωπος τείνει να κατανοεί και να αποδέχεται αυτό που ήδη γνωρίζει ή αυτό που έχει συνηθίσει. «Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος είτε να εγκλωβιστείς σε μία νοσταλγική αναπαραγωγή του παρελθόντος είτε να ακολουθήσεις διεθνείς τάσεις χάνοντας την ιδιαίτερη ταυτότητα σου», τονίζει Αντί για ισορροπία, επιλέγουν μια πιο ακραία απεικόνιση, εκείνη που κάνει τον θεατή να σκεφτεί ότι βλέπει μπροστά του κάτι εντελώς καινούριο χωρίς να κάνει τη σύγκριση με το παραδοσιακό. «Αυτή η μέθοδος έχει σκοπό πρωτίστως να προκαλέσει και σε δεύτερο χρόνο να κάνει επίκληση στο συναίσθημα που προϋπάρχει λόγω της μνήμης. Άλλωστε πόσο βαρετό είναι να προσπαθούμε να ισορροπούμε συνεχώς σαν έθνος πάνω σε κάτι που ‘κανε κάποιος πριν 2500 χρόνια», αναρωτιέται εύλογα. Nice to Greek You Η ιστορία ξεκινά από τον Κωνσταντίνο Μανάκο, έναν καλλιτέχνη γυψαδόρο που κληροδότησε όχι μόνο την τεχνογνωσία του γύψου αλλά και μια βαθιά αγάπη για τη χειροποίητη δημιουργία. Το 2005 σειρά έχει η δημιουργία του brand ΕΛΕΝΑ ΜΑΝΑΚΟΥ, αλλά και του Nice to Greek You, μιας συλλογής αρωματικών χειροποίητων αναμνηστικών εμπνευσμένων από την Ελλάδα. Το Nice to Greek You προσεγγίζει «νέα ταυτότητα» του ελληνικού αναμνηστικού συνδυάζοντας το χειροποίητο στοιχείο με το άρωμα, το υλικό και τη σύγχρονη σχεδιαστική προσέγγιση, ώστε να λειτουργούν ως φορείς μνήμης και όχι απλώς ως κάτι συμβολικό που θα μπει στη βαλίτσα του επισκέπτη. «Πιστεύουμε ότι ο σύγχρονος επισκέπτης δεν αναζητά πλέον ένα απλό ενθύμιο, αλλά μια αυθεντική εμπειρία που θα μπορεί να πάρει μαζί του φεύγοντας από την Ελλάδα. Για εμάς το ελληνικό αναμνηστικό δεν είναι ένα αντικείμενο μαζικής παραγωγής. Είναι ένα αντικείμενο με σχεδιαστική αξία, αισθητική και συναισθηματικό περιεχόμενο», αναφέρει στο ΒΗΜΑ η Έλενα Μανάκου. Και συμπληρώνει: «διατηρούμε την αυθεντικότητα, τη χειροποίητη παράδοση, τη φιλοξενία και τη σχέση με το φυσικό φως και τα αρώματα της Ελλάδας. Αυτό που προσπαθούμε να επανανοηματοδοτήσουμε είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται αυτά τα στοιχεία. Δεν μας ενδιαφέρει η αναπαραγωγή στερεοτύπων ή η γραφική απεικόνιση της ελληνικότητας. Αντίθετα, αναζητούμε πιο διακριτικούς τρόπους έκφρασης μέσα από τις φόρμες, τα υλικά, τις υφές και τα αρώματα, δημιουργώντας αντικείμενα που μιλούν μια σύγχρονη σχεδιαστική γλώσσα χωρίς να χάνουν την ελληνική τους ψυχή». Για την Μανάκου το το design έχει τη δύναμη να μετατρέψει ένα αντικείμενο σε εμπειρία και μια εμπειρία σε ανάμνηση. «Όταν ένα αναμνηστικό σχεδιάζεται με σεβασμό στην ιστορία, στον πολιτισμό και στη σύγχρονη αισθητική, παύει να είναι ένα απλό τουριστικό προϊόν. Γίνεται ένας μικρός φορέας πολιτισμού που ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο. Αυτό είναι κάτι που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Κάθε αντικείμενο να μεταφέρει ένα κομμάτι της Ελλάδας, όχι μέσα από κλισέ εικόνες, αλλά μέσα από συναίσθημα, υλικότητα και αφήγηση». Για εκείνη είναι ξεκάθαρο ότι η παράδοση δεν χρειάζεται να αντιγράφεται για να διατηρείται ζωντανή. «Η δική μας προσέγγιση είναι να κρατάμε την ουσία της ελληνικής παράδοσης και να την εκφράζουμε μέσα από μια σύγχρονη σχεδιαστική ματιά. Ο γύψος, το χειροποίητο στοιχείο, τα ελληνικά αρώματα και οι πολιτισμικές αναφορές παραμένουν παρόντα στις δημιουργίες μας. Εκείνο που αλλάζει είναι η γλώσσα με την οποία τα αφηγούμαστε. Στόχος μας είναι να δημιουργούμε αντικείμενα που μπορούν να σταθούν εξίσου φυσικά σε ένα κυκλαδίτικο κατάστημα, σε ένα boutique hotel της Αθήνας ή σε ένα σπίτι στο Παρίσι, το Λονδίνο ή τη Νέα Υόρκη». CUT&PASTE pop art in the present Pop Art και αρχαιοελληνικά αγάλματα; Γιατί όχι; Η Ελίζα Αλεξανδροπούλου δημιουργεί χειροποίητα έργα τέχνης καθώς και προϊόντα καθημερινής χρήσης εμπνευσμένα από την pop art και το κάλλος των αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, απόρροια της μακροχρόνιας ενασχόλησής της με τα κολάζ από χαρτί. Το brand της, CUT&PASTE pop art in the present, είναι «παιδί του covid». Ήταν την περίοδο της πανδημίας που συνειδητοποίησε ότι τα Pop-Art inspired κολάζ που έφτιαχνε θα μπορούσαν να βρουν αντίκρισμα σε μία θεματική πιο «ελληνική». «Η γλυπτική των αρχαίων αγαλμάτων πάντα με ιντρίγκαρε και έτσι πολύ γρήγορα βρήκα έμπνευση στο συνδυασμό αυτών: της αρχαίας Ελλάδας και της χρωματικής τρέλας του Andy Warhol μ’ έναν τρόπο. Πριν δύο χρόνια το εγχείρημα απέκτησε και βιτρίνα, καθώς άνοιξα ένα -μικροσκοπικό μεν, σωτήριο δε- showroom στη Στοά Ανατολής στο κέντρο της Αθήνας, που ανοίγει κατόπιν ραντεβού, αλλά στεγάζει όλα τα προϊόντα και μπορεί να τα δει κανείς και live πλην της ιστοσελίδας. Παράλληλα, όσο προχωρούσα σχεδιαστικά, προέκυψαν νέα προϊόντα, στην αρχή πάντα από χαρτί, όπως τετράδια, καρτ ποστάλ κ.ά., και πολύ γρήγορα και από άλλα υλικά, όπως το plexi (για κάποια pins ή μπρελόκ), το ύφασμα (είτε για t-shirts, είτε για νεσεσέρ, scrunchies, φουλάρια των οποίων σχεδίασα τα patterns)», αναφέρει στο ΒΗΜΑ η Ελίζα Αλεξανδροπούλου. «Για μένα η υλική μας παράδοση είναι η θεματική, η εναρκτήρια πηγή έμπνευσης και το σχεδιαστικό starting point. Όλα τα υπόλοιπα, η απλοποίηση των μορφών και των outlines των αγαλμάτων, τα εντυπωσιακά πλακάτα χρώματα, τα πιο σύγχρονα υλικά και υφάσματα θεωρώ ότι φέρνουν τη θεματική πιο κοντά στον παραλήπτη. Αυτά, αλλά και η ίδια η Pop Art ως ρεύμα έμπνευσης, θεωρώ ότι χρήζουν το όλο εγχείρημα αρκετά συνεπές ως προς την απεύθυνσή του: η μαζική στόχευση μέσω της παραγωγής έργων, ο καταναλωτισμός ως αισθητική και ως διαδικασία στην παραγωγή αυτών, και μια μικρή υπόγεια κριτική στην εμπορευματοποίηση του πολιτισμού», τονίζει. Και συμπληρώνει μιλώντας για την αισθητική που μονοπωλεί χρόνια τα τουριστικά μαγαζιά στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας: «Κοινώς, μπορείς να αγοράσεις 3 μπλουζάκια CUT&PASTE με τον Έφηβο των Αντικυθήρων σε fluo μεταξοτυπία, δεν είναι μοναδικά κομμάτια, τα έχουν σίγουρα άλλοι 100 άνθρωποι στην Ευρώπη, και θα έχεις ένα σουβενίρ στην ντουλάπα σου. Αλλά όχι μια μικρή κακοφτιαγμένη Ακρόπολη ή ένα μαγνητάκι που βρίσκει κανείς ακόμα και στο περίπτερο, ένα t-shirt για το οποίο δούλεψαν 3-4 διαφορετικοί άνθρωποι εν τέλει, το διάλεξαν, το σχεδίασαν, έφτιαξαν μακέτα, βρήκαν τη χρωματική παλέτα, έκαναν τη χειροποίητη μεταξοτυπία, περίμεναν να στεγνώσει κλπ. Οπότε μοχθήσαμε αλλά φτιάξαμε ένα Greek souvenir, και το αναπαράγουμε, φασόν, για όποιον ενδιαφέρεται. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν έχω κάποια απέχθεια για τις γύψινες Ακροπόλεις (αντιθέτως, ίσως και να μου αρέσουν) ωστόσο, θεωρώ ότι ειδικά εμείς που ζούμε στην Αθήνα, έχουμε κουραστεί από αυτήν την αισθητική που μονοπωλεί χρόνια τα τουριστικά μαγαζιά στο Μοναστηράκι και την Πλάκα. Παρατηρώ όλα τα ελληνικά σύγχρονα brands και αντιλαμβάνομαι την προσπάθεια πίσω από καθετί, παραδέχομαι δε την έμπνευση πολλών δημιουργών. Είμαι πολύ θετική απέναντι στη σύγχρονη σχεδιαστική γλώσσα γενικώς, έχει αντίκρισμα, είναι προσιτή». Αναφορικά με τα στοιχεία της ελληνικότητας που επιλέγει να διατηρήσει, η Ελίζα στέκεται στο γλυπτικό μεγαλείο των αγαλμάτινων μορφών και τις τέλειες αναλογίες τους. «Επιλέγω να διατηρήσω το αδιανόητο γλυπτικό μεγαλείο των αγαλμάτινων μορφών, τις τέλειες αναλογίες τους. Και αυτό αναδεικνύεται ακόμα και μέσω των δύο διαστάσεων στις οποίες δουλεύω. Εκεί καταλαβαίνεις τη διαχρονική ομορφιά τους. Προσπαθώ να ανασηματοδοτήσω των χρωματισμό τους, με τη δική μου προσωπική πινελιά. “Οι Καρυάτιδες ήταν πολύχρωμες, είχαν αυτά και αυτά τα χρώματα, αλλά δείτε τις και στο τάδε σουβενίρ με αυτήν την παλέτα”. Πρόσφατα ξεκίνησα ένα μικρό παιχνίδι με τα missing parts των ανακαλυφθέντων αγαλμάτων. Ας πούμε, είναι τελικά Δίας ή Ποσειδώνας του Αρτεμισίου; Ας τον δούμε με κεραυνό, ας τον δούμε και με τρίαινα. Τι διαλέγουμε;»

Σχετικές δημοσιεύσεις