Πολύ μεγάλη είναι η κατανάλωση αντιβιοτικών στην Ελλάδα
Η κατανάλωση αντιβιοτικών στην Ελλάδα παραμένει ιδιαίτερα υψηλή και σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτη, με τη χώρα να καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με στοιχεία μελέτης του Επιστημονικού Ινστιτούτου Ερευνών του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, που παρουσιάστηκαν σε συνέντευξη Τύπου με τη συμμετοχή του υπουργείου Υγείας, η συντριπτική πλειονότητα των αντιβιοτικών που καταναλώνονται ετησίως στη χώρα — περίπου το 91% — χορηγούνται ηλεκτρονικά με τρόπο που δεν ευθυγραμμίζεται με τα επίσημα θεραπευτικά πρωτόκολλα.
Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν ένα διαχρονικό πρόβλημα υπερκατανάλωσης και μη ορθολογικής χρήσης αντιβιοτικών, το οποίο επιβαρύνει τη δημόσια υγεία και ενισχύει τον κίνδυνο ανάπτυξης μικροβιακής αντοχής.
Περίπου το 45% των Ελλήνων κατανάλωσε τουλάχιστον ένα κουτί αντιβιοτικών μέσα στο 2024, γεγονός που δείχνει ότι σχεδόν ένας στους δύο πολίτες έκανε χρήση τέτοιων φαρμάκων. Παράλληλα, η χώρα υπολείπεται κατά περίπου 25 ποσοστιαίες μονάδες από τον στόχο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ο οποίος προβλέπει ότι το 65% των αντιβιοτικών που χρησιμοποιούνται σε κάθε χώρα θα πρέπει να ανήκει σε παλαιότερες κατηγορίες, λιγότερο επιβαρυντικές για την μικροβιακή αντοχή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΠΙΣ, τις περισσότερες συνταγές αντιβιοτικών εκδίδουν παθολόγοι και γενικοί/οικογενειακοί γιατροί, με ποσοστό περίπου 35% στο σύνολο, ενώ ακολουθούν οι παιδίατροι με 12,5%. Οι οδοντίατροι και οι ειδικευόμενοι γιατροί καταγράφουν επίσης σημαντικό μερίδιο, γύρω στο 7%-8%.
Σε επίπεδο γεωγραφίας, οι χαμηλότερες καταναλώσεις εντοπίζονται σε περιοχές όπως η Ευρυτανία και η Φωκίδα, με περίπου 75 κουτιά ανά 1.000 κατοίκους ετησίως. Αντίθετα, υψηλότερα επίπεδα καταγράφονται σε περιοχές όπως η Λευκάδα, το Ηράκλειο, τα Χανιά, η Κόρινθος και η Ζάκυνθος, όπου η κατανάλωση φτάνει τα 120–170 κουτιά ανά 1.000 κατοίκους.
Τέλος, τα πιο συχνά συνταγογραφούμενα αντιβιοτικά το 2024 ήταν η αμοξυκιλίνη και οι κεφαλοσπορίνες, ενώ ανησυχία προκαλεί η σχετικά υψηλή χρήση κινολονών, που ανήκουν σε νεότερες γενιές και συνδέονται περισσότερο με την ενίσχυση της μικροβιακής αντοχής.
