Η καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του Columbia και θεωρητικός του «Brussels Effect» μιλά για την «άβολη αλήθεια» μιας Ευρώπης χωρίς πλήρη στρατηγική αυτονομία και πραγματική τεχνολογική κυριαρχία Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή Δίπλα στους γνώριμους εχθρούς της, η φιλελεύθερη δημοκρατία βρίσκει απέναντί της την τεχνολογία, με αιχμή του δόρατος την τεχνητή νοημοσύνη τα τελευταία χρόνια. Πενήντα δύο χρόνια μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα μας, η Ανου Μπράντφορντ, καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του Columbia και θεωρητικός του «Brussels Effect» – μία από τις σημαντικότερες διεθνώς φωνές για την ευρωπαϊκή ισχύ και την ψηφιακή οικονομία –, μιλά στο «Βήμα» για την «άβολη αλήθεια» μιας Ευρώπης χωρίς πλήρη στρατηγική αυτονομία και πραγματική τεχνολογική κυριαρχία. Ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει «σε ποια ακριβώς κούρσα θέλει να συμμετάσχει» και αν μπορεί να αξιοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη χωρίς να θυσιάσει τη δημοκρατία και τα δικαιώματα των πολιτών. Στον παγκόσμιο τεχνολογικό ανταγωνισμό ποια πολιτικά μοντέλα συγκρούονται και ποια θέση επιδιώκει να καταλάβει η Ευρώπη; Newsletter Όλο το παρασκήνιο της πολιτικής στο inbox σου Η ιστορική στήλη του Βήματος στο inbox σου Γίνε μέλος του καθημερινού newsletter που αποκαλύπτει όσα συμβαίνουν στο πολιτικό παρασκήνιο και απόκτησε πρόσβαση σε αποκλειστικό περιεχόμενο. ΕΓΓΡΑΦΗ «Τρεις είναι σήμερα οι κυρίαρχες “ψηφιακές αυτοκρατορίες”, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ευρωπαϊκή Ενωση, καθεμία με διαφορετικό όραμα για την ψηφιακή οικονομία. Οι ΗΠΑ ακολουθούν ένα αγορακεντρικό μοντέλο, βασισμένο στην ελευθερία του λόγου, στο ανοιχτό Διαδίκτυο και στα ισχυρά κίνητρα για καινοτομία, με περιορισμένο τον ρόλο του κράτους. Η Κίνα, αντίθετα, αξιοποιεί το Διαδίκτυο και την τεχνητή νοημοσύνη ως εργαλεία ελέγχου, επιτήρησης και προπαγάνδας. Η Ευρωπαϊκή Ενωση, από την πλευρά της, προτάσσει ένα δικαιωματοκεντρικό μοντέλο, θέτοντας ως βάση τα θεμελιώδη δικαιώματα, τις δημοκρατικές δομές και τη δίκαιη λειτουργία της αγοράς». Πώς διαμορφώνεται ο συσχετισμός ανάμεσα στα τρία μοντέλα; «Τα ανταγωνιστικά αυτά μοντέλα διεκδικούν σήμερα παγκόσμια επιρροή. Το αμερικανικό εξακολουθεί να ελκύει τις χώρες που επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης, σε βαθμό που ακόμη και η Ευρωπαϊκή Ενωση επιχειρεί να χαλαρώσει ορισμένους κανόνες της για να ενισχύσει την καινοτομία. Την ίδια στιγμή, οι εμπορικοί και τεχνολογικοί ανταγωνισμοί οδηγούν όλο και περισσότερα κράτη να υιοθετούν, σε κάποιον βαθμό, τους όρους του Πεκίνου, καταφεύγοντας σε επιδοτήσεις, ελέγχους στις εξαγωγές και περιορισμούς στις επενδύσεις. Ετσι, εκ πρώτης όψεως, το δικαιωματοκεντρικό μοντέλο της Ευρώπης φαίνεται να βρίσκεται σε υποχώρηση». Αρα κινδυνεύει το ευρωπαϊκό μοντέλο να καταστεί παρωχημένο στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης; «Δεν θα το έλεγα. Οσο εντείνονται οι ανησυχίες για τις επιβλαβείς συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης τόσο ενισχύεται η ανάγκη ρύθμισής της, ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Υπάρχει, επομένως, ουσιαστική παγκόσμια ζήτηση για την ανθρωποκεντρική και δικαιωματοκεντρική προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, καθώς η εμπιστοσύνη στην τεχνολογία αποτελεί καθοριστική προϋπόθεση για την ευρεία υιοθέτησή της». Πόσο εκτεθειμένη είναι σήμερα η ευρωπαϊκή δημοκρατία εξαιτίας των τεχνολογικών της εξαρτήσεων; «Η άβολη αλήθεια είναι ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε πλήρη στρατηγική αυτονομία ούτε πραγματική τεχνολογική κυριαρχία. Παραμένει εξαρτημένη από τρίτες χώρες σε κρίσιμους τομείς, από τις αμυντικές τεχνολογίες και τις πρώτες ύλες έως τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης και τις υποδομές υπολογιστικού νέφους, με αποτέλεσμα να είναι ευάλωτη σε πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Για να αντιμετωπίσει αυτή την πρόκληση, η Ευρώπη οφείλει να είναι ταυτόχρονα ρεαλιστική και φιλόδοξη. Ο έλεγχος κρίσιμων τεχνολογιών είναι αναγκαίος για την προστασία της οικονομίας, της ασφάλειας και της δημοκρατίας της. Η πλήρης κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη, όμως, δεν είναι ρεαλιστικός στόχος, καθώς, εάν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν έχουν πρόσβαση στις καλύτερες διαθέσιμες τεχνολογίες, οι οποίες παραμένουν συχνά αμερικανικές ή κινεζικές, η υιοθέτησή της στην Ευρώπη κινδυνεύει να επιβραδυνθεί, περιορίζοντας παράλληλα τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης». Ποια θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι μια πιο ρεαλιστική ευρωπαϊκή στρατηγική; «Ο στόχος πρέπει να είναι μια επιλεκτική τεχνολογική κυριαρχία, που θα επιτρέπει στην Ευρώπη να εξισορροπεί τη χρήση αμερικανικών και κινεζικών τεχνολογιών και να συνενώνει τις δυνάμεις της με χώρες που συμμερίζονται τις ίδιες αντιλήψεις, όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα». Με δεδομένες αυτές τις εξαρτήσεις, θα μπορούσε η Ευρώπη να χαρακτηριστεί «ψηφιακή αποικία»; «Δεν θεωρώ εύστοχο αυτόν τον χαρακτηρισμό. Η Ευρώπη βρίσκεται ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, που κυριαρχούν στην τεχνολογική πρωτοπορία, όμως ο όρος “ψηφιακή αποικία” συσκοτίζει τη δυναμική μιας βαθιά ενοποιημένης παγκόσμιας ψηφιακής οικονομίας, στην οποία όλοι οι βασικοί παράγοντες παραμένουν αλληλεξαρτώμενοι». Αφορά αυτή η αλληλεξάρτηση ακόμη και τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα; «Ασφαλώς. Ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε η Κίνα μπορούν να επιτύχουν πλήρη κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη. Οι ημιαγωγοί είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς οι ΗΠΑ πρωτοπορούν στον σχεδιασμό μικροκυκλωμάτων, η Ταϊβάν στην κατασκευή τους και η Κίνα στις πρώτες ύλες. Κάθε χώρα ελέγχει ένα κρίσιμο σημείο της εφοδιαστικής αλυσίδας, παραμένει όμως ευάλωτη απέναντι σε όσους ελέγχουν κάποιο άλλο κομβικό στάδιό της». Τι σημαίνουν στην πράξη για την Ευρώπη αυτές οι τεχνολογικές εξαρτήσεις; «Η Ευρώπη μπορεί ανά πάσα στιγμή να βρεθεί εκτεθειμένη στις απρόβλεπτες επιλογές ξένων κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένων των ολοένα λιγότερο αξιόπιστων Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό έγινε σαφές όταν ο Λευκός Οίκος επέβαλε νέους εξαγωγικούς περιορισμούς, με αποτέλεσμα ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να χάσουν μέσα σε μία νύχτα την πρόσβαση σε ένα από τα ισχυρότερα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης της Anthropic, πάνω στο οποίο είχαν στηρίξει μέρος της λειτουργίας τους. Αντίστοιχα, η Κίνα έχει αξιοποιήσει την ευρωπαϊκή εξάρτηση από τις πρώτες ύλες, αναδεικνύοντας το πραγματικό κόστος αυτών των εξαρτήσεων». Εχουν οι τεχνολογικοί κολοσσοί αποκτήσει μεγαλύτερη ισχύ από τα δημοκρατικά κράτη; «Οι κορυφαίες τεχνολογικές εταιρείες συγκεντρώνουν τεράστια οικονομική, πολιτική, πληροφοριακή και πολιτισμική ισχύ. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις είναι ανίσχυρες απέναντί τους. Η τεχνολογικά ντετερμινιστική αντίληψη ότι οι εταιρείες αυτές έχουν ξεπεράσει τη δύναμη των κρατών είναι εσφαλμένη, καθώς τα κράτη εξακολουθούν να αποτελούν τη θεμελιώδη βάση πάνω στην οποία οργανώνονται οι κοινωνίες. Οπως εύστοχα διερωτήθηκε ο πολιτικός επιστήμονας Stephen Walt στο Foreign Affairs, “ποιο από τα δύο πιστεύετε ότι θα υπάρχει σε 100 χρόνια; Το Facebook ή η Γαλλία;”. Ακόμη και οι ισχυρότερες τεχνολογικές εταιρείες υπόκεινται στους νόμους που θεσπίζουν οι κυβερνήσεις, οι οποίες διαθέτουν και την εξουσία να επιβάλλουν τη συμμόρφωσή τους». Εχουμε δει, πάντως, επικεφαλής τεχνολογικών εταιρειών να απειλούν ότι θα αποχωρήσουν από την ευρωπαϊκή αγορά. «Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της OpenAI. Ο Sam Altman προειδοποίησε ότι η εταιρεία ενδέχεται να μη διαθέσει τα προϊόντα της στην Ευρωπαϊκή Ενωση λόγω των ρυθμιστικών περιορισμών, μέσα σε λίγες ημέρες όμως ανακάλεσε την απειλή του. Η κυριαρχία της OpenAI εξαντλείται στην ελευθερία της να μη δραστηριοποιείται σε μια δικαιοδοσία της οποίας οι απαιτήσεις δεν την ικανοποιούν, επιλογή όμως εξαιρετικά δαπανηρή. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν οι κυβερνήσεις διαθέτουν μέσα επιρροής, αλλά αν είναι διατεθειμένες να τα αξιοποιήσουν ώστε να διασφαλίσουν τον δημοκρατικό έλεγχο των οικονομιών και των κοινωνιών μας». Ποια είναι τελικά η τεχνολογική μάχη που πρέπει να δώσει η Ευρώπη για να προστατεύσει τη δημοκρατία της; «Ρεαλιστικά, η Ευρώπη δεν πρόκειται να φτάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Κίνα σε τεχνολογική ή στρατιωτική ισχύ έως το τέλος της δεκαετίας, ίσως και ποτέ. Μπορεί, όμως, να επιλέξει τη μάχη στην οποία θέλει να συμμετάσχει, και η ίδια αυτή επιλογή συνιστά πράξη τεχνολογικής κυριαρχίας. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες προηγούνται στην ανάπτυξη των ισχυρότερων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης και η Κίνα διεκδικεί την παγκόσμια διάδοση της τεχνολογίας της, η Ευρώπη μπορεί να επικεντρωθεί σε αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία: να αξιοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη σε μεγάλη κλίμακα στην οικονομία και στους δημόσιους θεσμούς της ώστε να ενισχύσει την ευημερία και την ασφάλειά της και, ταυτόχρονα, να προστατεύσει τη φιλελεύθερη δημοκρατία και τους πολίτες της από τους κινδύνους της τεχνολογίας».
Ανου Μπράντφορντ: «Οι Big Tech δεν είναι πιο ισχυροί από κράτη και κυβερνήσεις»
