Το Πολιτικό «Πολυκατάστημα» και η Μοναξιά της Εξουσίας
Η κυριαρχία της ΝΔ και η αδυναμία των άλλων κομμάτων να τη συναγωνιστούν ή να την κερδίσουν δεν είναι τυχαία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όταν εκλέχθηκε πρόεδρος της ΝΔ, παρέλαβε ένα κόμμα που η ταμπέλα του είχε μεν πολιτική αξία, όμως είχε καταλάβει πως θα ήταν δύσκολο έως αδύνατο να γίνει κυβέρνηση μένοντας στα παλιά στερεότυπα.
Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι η προσθήκη βουλευτών από άλλους πολιτικούς χώρους μόνο οφέλη θα έφερνε, αποφάσισε, από ένα ευπρεπέστατο παραδοσιακό «μαγαζί», να το μετατρέψει σε πολιτικό πολυκατάστημα. Έτσι, πραγματοποίησε μεταγραφές από άλλους πολιτικούς χώρους και κυρίως «άδειασε» σημαντικά τη δεξαμενή του Κέντρου και του ΠΑΣΟΚ. Σημαντικά στελέχη του άλλοτε κραταιού κινήματος που για δεκαετίες κυβέρνησε τη χώρα, μετακόμισαν στη ΝΔ, φυσικά με κυβερνητικά ανταλλάγματα. Πολλοί υπουργοί της ΝΔ είναι πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ κι ορισμένοι μάλιστα κρίνονται από τους πολίτες ως πετυχημένοι, όπως ο Υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης και μετέπειτα Παιδείας, κ. Κυριάκος Πιερρακάκης.
Θα πρέπει βέβαια να ληφθεί υπόψη πως αυτοί οι πολιτικοί δεν εκλέχθηκαν στα ψηφοδέλτια της ΝΔ μόνο χάρη στη δική τους πολιτική εμβέλεια.
Οι μηχανισμοί του κόμματος δούλεψαν σκληρά για να τους αναδείξουν βουλευτές, εκτοπίζοντας αναπόφευκτα κάποια άλλα, παραδοσιακά στελέχη από τις σχετικές περιφέρειες.
Αναρωτιούνται πολλοί αναλυτές και πολίτες γιατί το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν έχουν καταφέρει να οδηγήσουν το κόμμα σε υψηλά ποσοστά, ώστε να αναδειχθεί όχι μόνο σε κύριο αντίπαλο της ΝΔ, αλλά και να εδραιωθεί στη συνείδηση των πολιτών ως ο επόμενος πρωθυπουργός. Πώς όμως να αυξήσει τα ποσοστά του το ΠΑΣΟΚ όταν, από τη μια, υπάρχουν φωνές εσωκομματικής αμφισβήτησης και, από την άλλη, τα στελέχη που αποχώρησαν δεν έφυγαν μόνα τους; Πήραν μαζί τους ένα σημαντικό κομμάτι ψηφοφόρων. Με την πολιτική δύναμη που απέκτησαν ως υπουργοί, όχι μόνο κράτησαν αυτούς τους ψηφοφόρους κάτω από τη νέα τους στέγη, αλλά τους αύξησαν, «ψαρεύοντας» στα ήσυχα νερά του κεντρώου χώρου. Το ΠΑΣΟΚ αποδυναμώθηκε χωρίς να το καταλάβει έγκαιρα, και αυτό μόνο ως πολιτική επιτυχία μπορεί να καταγραφεί στον Μητσοτάκη.
Υπάρχει, φυσικά, και η πλευρά της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που μέσα από τις διασπάσεις και τις νέες κομματικές της μορφές έρχεται να θυμίσει παλιές, γκρίζες στιγμές του χθες. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τη στάση της τότε κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη κατά την ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου ή τον αντισυμβατικό (έως και απαξιωτικό για κάποιους) τρόπο εμφάνισης στελεχών της στη Βουλή; Κυρίως, όμως, ποιος ξεχνά τη θεωρία περί «συνωστισμού» στην καταστροφή της Σμύρνης που είχε αποτυπωθεί σε σχολικά βιβλία, τη Συμφωνία των Πρεσπών, ή τον ταχυδακτυλουργικό τρόπο που το «Όχι» του δημοψηφίσματος μετατράπηκε σε «Ναι»; Ποιος ξεχνά το νομοθετικό πλαίσιο που άνοιξε τον δρόμο στα fundsγια τις περιουσίες των Ελλήνων ή τις 700.000 νέων που έφυγαν στο εξωτερικό για να βρουν εργασία; Ακόμη και πρόσφατα, είδαμε βουλευτές να αποχωρούν από το κόμμα με το οποίο εκλέχθηκαν για να ενταχθούν σε νέα σχήματα, χωρίς καμία ουσιαστική αιτιολόγηση στους πολίτες, παρά μόνο με τη σιωπηρή στάση του «γιατί έτσι ήθελα».
Από την άλλη πλευρά, νέα σχήματα που γεννήθηκαν μέσα από την κοινωνική οργή και την απαίτηση για δικαιοσύνη –όπως οι πολιτικές πρωτοβουλίες που συνδέθηκαν με το όνομα της Μαρίας Καρυστιανού και τον αγώνα για τα Τέμπη– αν και ξεκίνησαν ως δυναμικά κινήματα πολιτών, μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να αποτελούν μια ολοκληρωμένη, εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Κινδυνεύουν, αντίθετα, να περιοριστούν σε έναν ρόλο υποδοχέα ψήφων διαμαρτυρίας. Τα υπόλοιπα κόμματα, παραμένοντας εγκλωβισμένα σε ξεπερασμένες πολιτικές τακτικές, παρά τις δυνατές φωνές τους, δεν δείχνουν ικανά να μετατραπούν σε κόμματα εξουσίας.
Αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν εμφάνιζε τάσεις να μετατραπεί από πρωθυπουργός της χώρας σε έναν απόλυτο κυρίαρχο που χρησιμοποιεί κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο για να διατηρηθεί στην εξουσία, θα ήταν μια πολιτική οντότητα που δύσκολα θα αμφισβητούσε κανείς. Η αλαζονική συμπεριφορά του, η κάλυψη προβληματικών συμπεριφορών υπουργών του, αλλά και η έλλειψη αποτελεσματικών παρεμβάσεων για την ακρίβεια και την καθημερινή ποιότητα ζωής των πολιτών, τον έχουν αποδυναμώσει αισθητά.
Ο Προβληματισμός
Εδώ, λοιπόν, γεννάται ο μεγάλος προβληματισμός. Μέχρι τη διεξαγωγή των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών, ο Έλληνας ψηφοφόρος θα βρεθεί αντιμέτωπος με πρωτόγνωρες και πολυεπίπεδες προκλήσεις.
Από τη μία, καλείται να αντέξει την καθημερινή πίεση της οικονομικής ασφυξίας, της ακρίβειας και της υποβάθμισης των δημόσιων αγαθών, ζυγίζοντας αν η σταθερότητα που υπόσχεται η ΝΔ αξίζει το τίμημα της κυβερνητικής αλαζονείας.
Από την άλλη, θα πρέπει να ξεπεράσει τον εύλογο κυνισμό και την απογοήτευση που του προκαλεί μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση, η οποία δείχνει να ανακυκλώνει τις παθογένειες του παρελθόντος αντί να εμπνέει το μέλλον.
Το μεγάλο στοίχημα για τον πολίτη στον δρόμο προς την κάλπη δεν θα είναι απλώς ποιον θα ψηφίσει για να τιμωρήσει ή να επιβραβεύσει. Η πραγματική πρόκληση θα είναι να καταφέρει να διακρίνει την ουσιαστική πολιτική πρόταση μέσα από τον θόρυβο της επικοινωνίας και των κομματικών μεταγραφών, αποφασίζοντας αν θα παραμείνει παθητικός καταναλωτής στο «πολιτικό πολυκατάστημα» ή αν θα διεκδικήσει μια πραγματική, ποιοτική αλλαγή για τη χώρα.
