Άτομα με ήπια γνωστική εξασθένηση και διαταραχές ύπνου παρουσίαζαν καλύτερες επιδόσεις σε τεστ γνωστικής λειτουργίας
Μια νέα μελέτη από το Πανεπιστήμιο Emory φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη βιταμίνη D και τον πιθανό ρόλο της στην υγεία του εγκεφάλου.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι άτομα με ήπια γνωστική εξασθένηση και διαταραχές ύπνου που ανέφεραν υψηλότερη ημερήσια πρόσληψη βιταμίνης D παρουσίαζαν καλύτερες επιδόσεις σε τεστ γνωστικής λειτουργίας.
Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Sleep Medicine, ωστόσο οι ίδιοι οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία τους. Η έρευνα ήταν μικρή και διατομεακή, με τη συμμετοχή μόλις 54 ανθρώπων, επομένως δεν μπορεί να αποδείξει ότι η βιταμίνη D ήταν αυτή που προκάλεσε την καλύτερη γνωστική επίδοση.
Στη μελέτη συμμετείχαν ενήλικες με διαγνωσμένη ή πιθανή ήπια γνωστική εξασθένηση (MCI), οι οποίοι αντιμετώπιζαν παράλληλα προβλήματα ύπνου. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 67,2 έτη και η γνωστική τους κατάσταση αξιολογήθηκε μέσω του Montreal Cognitive Assessment (MoCA).
Οι συμμετέχοντες που δήλωσαν ότι λάμβαναν τουλάχιστον 5.000 IU βιταμίνης D την ημέρα εμφάνισαν υψηλότερη βαθμολογία στο MoCA σε σύγκριση με όσους δεν λάμβαναν καθημερινά συμπλήρωμα. Μετά την προσαρμογή για παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, ο δείκτης μάζας σώματος, η εκπαίδευση και ο τύπος της βιταμίνης D, η διαφορά ήταν περίπου 3,78 μονάδες.
Αντίθετα, οι χαμηλότερες ημερήσιες δόσεις δεν παρουσίασαν στατιστικά σημαντική συσχέτιση με καλύτερη συνολική επίδοση στο τεστ. Επίσης, δεν διαπιστώθηκε ουσιαστική διαφορά μεταξύ βιταμίνης D2 και D3.
Γιατί έχει σημασία ο ύπνος
Η συγκεκριμένη ομάδα συμμετεχόντων δεν επιλέχθηκε τυχαία. Η ήπια γνωστική εξασθένηση και οι διαταραχές ύπνου συχνά συνυπάρχουν, ενώ ο ύπνος θεωρείται σημαντικός παράγοντας για τη μνήμη και τη συνολική λειτουργία του εγκεφάλου.
Σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες της μελέτης χαρακτηρίζονταν ως «κακοί κοιμώμενοι» βάσει του Pittsburgh Sleep Quality Index. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η συνύπαρξη προβλημάτων ύπνου και πρώιμων γνωστικών αλλαγών ενδέχεται να αποτελεί ένα σημαντικό στάδιο για την αναζήτηση τροποποιήσιμων παραγόντων που μπορούν να επηρεάσουν την υγεία του εγκεφάλου.
Δεν σημαίνει ότι η βιταμίνη D προλαμβάνει την άνοια
Παρά το ενδιαφέρον εύρημα, η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η λήψη βιταμίνης D προλαμβάνει ή θεραπεύει την άνοια.
Οι συμμετέχοντες δεν χωρίστηκαν τυχαία σε ομάδες που θα λάμβαναν διαφορετικές δόσεις βιταμίνης D ή placebo. Αντίθετα, ανέφεραν οι ίδιοι τη χρήση συμπληρωμάτων. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να υπήρχαν άλλες διαφορές μεταξύ των ομάδων που επηρέασαν τις επιδόσεις τους.
Οι ίδιοι οι συγγραφείς χαρακτηρίζουν τα αποτελέσματα διερευνητικά και ζητούν μεγαλύτερες μελέτες για να επιβεβαιωθεί η σχέση.
Το πιο πολυσυζητημένο στοιχείο της έρευνας είναι η δόση των 5.000 IU. Ωστόσο, το εύρημα αυτό δεν αποτελεί σύσταση για λήψη τόσο υψηλής ποσότητας βιταμίνης D.
Η μελέτη αναφέρει ως ανώτατο ανεκτό επίπεδο για τους ενήλικες τις 4.000 IU ημερησίως, ενώ οι συνιστώμενες ημερήσιες ποσότητες είναι σημαντικά χαμηλότερες. Η υπερβολική πρόσληψη βιταμίνης D μπορεί να οδηγήσει σε τοξικότητα και επικίνδυνα αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα.
Μάλιστα, άλλη πρόσφατη τυχαιοποιημένη μελέτη σε ενήλικες με ήπια έως μέτρια ανεπάρκεια βιταμίνης D δεν διαπίστωσε σημαντική βελτίωση στη γνωστική λειτουργία μετά τη συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D. Αυτό υπογραμμίζει πόσο σύνθετη παραμένει η επιστημονική εικόνα.
Ένα ενδιαφέρον εύρημα που χρειάζεται επιβεβαίωση
Η μελέτη του Emory προσθέτει ένα ακόμα κομμάτι στο παζλ της σχέσης μεταξύ βιταμίνης D, ύπνου και γνωστικής υγείας. Δεν αρκεί, όμως, για να αλλάξει τις υπάρχουσες οδηγίες ή να δικαιολογήσει τη λήψη υψηλών δόσεων συμπληρωμάτων.
Το επόμενο βήμα είναι μεγαλύτερες και μακροχρόνιες τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, ώστε να διαπιστωθεί αν η βιταμίνη D έχει πράγματι προστατευτική επίδραση στη γνωστική λειτουργία ή αν η σχέση που παρατηρήθηκε οφείλεται σε άλλους παράγοντες.
Μέχρι τότε, το μήνυμα της έρευνας είναι περισσότερο ένα ενδιαφέρον επιστημονικό ερώτημα παρά μια νέα θεραπευτική οδηγία.
