Το 336 π.Χ. δολοφονήθηκε ο Φίλιππος Β’, πατέρας του Αλέξανδρου Γ’, του θρυλικού Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έτσι, ο θρόνος πέρασε στα χέρια του 20χρονου γιου του, Αλέξανδρου Γ’. Ο Μέγας Αλέξανδρος είχε γεννηθεί το 356 π.Χ., σύμφωνα με την παράδοση, το ίδιο βράδυ που ο Ηρόστρατος πυρπόλησε τον ναό της Αρτέμιδας στην Έφεσο (το όνομά του διέσωσε ο Θεόπομπος ο Χίος).
Ο πόλεμος κατά των Τριβαλλών και των Γετών
Ο Αλέξανδρος, πριν ξεκινήσει την εκστρατεία του στην Ασία θέλησε να εξασφαλίσει τα νώτα του. Έπρεπε να καθυποτάξει τα άγρια και πολεμικά φύλα που απειλούσαν και μάλιστα συστηματικά τη Μακεδονία. Ο πόλεμος στη Βαλκανική δεν έχει λάβει την ανάλογη σημασία από τους νεότερους ιστορικούς, όμως ήταν πολύ σημαντικός. Ο Αλέξανδρος ήταν έτοιμος για την εκστρατεία του στη Χερσόνησο του Αίμου, την άνοιξη του 335 π.Χ.. Ξεκίνησε από την Αμφίπολη και τη χρησιμοποίησε ως στρατιωτική και ναυτική βάση, κινούμενος προς βορρά.
Πέρασε τον Νέστο και έφτασε στον Αίμο. Σ’ ένα σημείο, τη Σίπκα (αυχένας της οροσειράς σε υψόμετρο 1.300 μέτρα), οι ντόπιοι Θράκες είχαν οχυρωθεί. Στον αυχένα της Σίπκας είχαν σχηματίσει φράγματα, με κάρα και άμαξες, γεμάτα πέτρες, για να τις ρίξουν προφανώς εναντίον των Μακεδόνων. Ο Αλέξανδρος με τη βοήθεια κυρίως των τοξοτών του ανάγκασε στους αντιπάλους του να τραπούν σε φυγή. 1500 “βάρβαροι” κατά τον Αρριανό έχασαν τη ζωή τους.

Ακολούθως πέρασε τον Αίμο και εισήλθε στη χώρα των Τριβαλλών, που εκτεινόταν ως τον Ίστρο (Δούναβη). Ο βασιλιάς τους Σύρμος είχε στείλει τα γυναικόπαιδα των Τριβαλλών στην Πεύκη (“Πεύκη όνομα τη νήσω εστίν”, Αρριανός, “Αλεξάνδρου Ανάβασις, Α,2) νησάκι του Δούναβη. Στη μάχη μεταξύ Μακεδόνων και Τριβαλλών, οι τελευταίοι έπαθαν πανωλεθρία, χάνοντας 3.000 άνδρες. Επικαλούμενος τον Πτολεμαίο, ο Αρριανός αναφέρει ότι οι Μακεδόνες έχασαν 11 ιππείς και 40 πεζούς. Ακολούθησε η εκστρατεία εναντίον των Γετών, οι οποίοι ήταν θρακικής καταγωγής λαός, συγγενείς με τους Δάκες, με τους οποίους αργότερα συγχωνεύθηκαν. Ο Ηρόδοτος θεωρεί τους Γέτες, που κατοικούσαν στα εδάφη της σημερινής Ρουμανίας ως τον πιο ανδρείο και τον πιο δίκαιο λαό από τους Θράκες. Αν και παρέταξαν απέναντι στους Μακεδόνες ισχυρές δυνάμεις (4.000 ιππείς και 10.000 πεζούς), οι Γέτες δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τη συνδυασμένη επίθεση ιππέων και πεζών, υπό την ηγεσία του Νικάνορα. Έφυγαν έντρομοι αφήνοντας πίσω τους πλούσια λάφυρα. Τη “φύλαξη” τους, ο Αλέξανδρος την ανέθεσε στον Μελέαγρο, ο οποίος διακρίθηκε ιδιαίτερα αργότερα και στην Ασία.
Αφού ο Αλέξανδρος έκανε θυσία στον Δία Σωτήρα και στον ποταμό Ίστρο δέχτηκε αντιπροσωπεία από τον Σύρμο και μια φυλή Κελτών που ζούσε στις ακτές του Ιονίου. Ο Αρριανός γράφει γι’ αυτούς: “Μεγάλοι οι Κελτοί τα σώματα και μέγα επί σφίσι φρονούντες” (Αλεξ. Ανάβ. Α’ 4). Δηλαδή, ότι οι Κελτοί ήταν μεγαλόσωμοι και είχαν μεγάλη ιδέα για τους εαυτούς τους. Όλοι αυτοί ζήτησαν τη φιλία του. Σκεπτόμενος ως διπλωμάτης, ο Αλέξανδρος τους την “πρόσφερε”, για να τους χρησιμοποιήσει ως αντίβαρο εναντίον των Ιλλυριών.
Ο πόλεμος εναντίον των Ιλλυριών και των Ταυλαντίων και η συντριβή τους από τον Αλέξανδρο
Ερχόμαστε τώρα στο κυρίως θέμα του σημερινού άρθρου: τη σύγκρουση του Αλέξανδρου με τους Ιλλυριούς και τους Ταυλάντιους και τη συντριβή τους.
Μετά τις επιτυχίες επί των Τριβαλλών και των Γετών, ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε στη χώρα των Αγριάνων (σημερινή Δυτική Βουλγαρία και τμήμα της ελληνικής Θράκης). Από τους Αγριάνες, σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς κατάγονται οι Πομάκοι.
Δεν σταμάτησε όμως εκεί, αλλά έφτασε στη χώρα των Παιόνων, στη σημερινή “Βόρεια Μακεδονία” και το δυτικό τμήμα της Βουλγαρίας. Μάλιστα, κάποιο διάστημα, ο Αλέξανδρος παρέμεινε στην περιοχή της σημερινής Σόφιας για να ξεκουραστούν οι στρατιώτες του. Όμως, το κλίμα της περιοχής προκαλούσε δυσφορία. Όταν βρισκόταν στην Παιονία ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε ότι είχε στασιάσει ο Κλείτος, αδελφός του ηγεμόνα των Ιλλυριών Βαρδύλη (“Βαρδύλεω” κατά τον Αρριανό), τον οποίο είχε νικήσει ο Φίλιππος στην αρχή της βασιλείας του. Με τον Κλείτο συμμάχησε και ο Γλαυκίας, βασιλιάς των Ταυλαντίων. Οι Ταυλάντιοι κατοικούσαν στα σημερινά αλβανικά εδάφη, βόρεια του ποταμού Γενούσου.

Τα πράγματα ήταν δύσκολα για τον Αλέξανδρο. Όμως τότε έσπευσε να τον βοηθήσει ο βασιλιάς των Αγριάνων Λάγγαρος, ο οποίος γνώριζε τον Αλέξανδρο από την εποχή που ζούσε ο πατέρας του και τον συμπαθούσε ιδιαίτερα. Ο Λάγγαρος, για να μην συμμαχήσουν με τους γείτονές τους Ιλλυριούς και οι Αυταριάτες έκανε για αντιπερισπασμό αντεπίθεση στα εδάφη τους (στην περιοχή του σημερινού Κοσσυφοπεδίου) και “ήγεν και έφερε την χώραν αυτών” (Αρριανός, “Αλεξάνδρου Ανάβασις” Α’ 5). Δηλαδή τη λεηλάτησε και την έκανε άνω κάτω. Οι Αυταριάτες ήταν αρχαίο ιλλυρικό φύλο, που εξαφανίστηκε λόγω των διαρκών συγκρούσεων με τους Θράκες και τους λοιπούς Ιλλυριούς. Ο Αλέξανδρος τίμησε ιδιαίτερα τον Λάγγαρο. Του υποσχέθηκε μάλιστα ότι όταν επιστρέψει στην Πέλλα, θα τον νυμφεύσει με μία αδελφή του, την Κύνα. Όμως, όταν ο Λάγγαρος γύρισε στην πατρίδα του αρρώστησε και πέθανε.

Στο μεταξύ, ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε προς το υψίπεδο του Πριλάπου (Περλεπέ), έφτασε στην κοιλάδα του ποταμού Εριγώνος (σημ. Τσέρνα) και βγήκε στην πεδιάδα της Πελαγονίας, ανάμεσα στο σημερινό Μοναστήρι (Μπίτολα) και στη Φλώρινα. Έπειτα διέσχισε τον αυχένα του σημερινού Πισοδερίου και μέσω της Κρυσταλλοπηγής βγήκε στην κοιλάδα του ποταμού Άνω Εορδαϊκού (Ντεβόλ ή Δεβόλης σήμερα). Στην έξοδο σε αυτές τις κοιλάδες υπήρχε η οχυρωμένη πόλη Πήλιο ή Πέλλιο, η οποία προστατευόταν από τα γύρω βουνά που είχαν καταλάβει οι στρατιώτες του Κλείτου.
Ο Αλέξανδρος, αν και οι αντίπαλοί του ήταν πολύ καλά προστατευμένοι μέσα στη δασωμένη περιοχή, αποφάσισε να επιτεθεί πριν προλάβει να έρθει και ο Γλαυκίας με τους Ταυλάντιους για να τους ενισχύσει. Όπως γράφει ο Γ. Σφακιανός («Πριν από την Ασία», Ευβοϊκές Εκδόσεις Κίνητρο, Αθήνα 2005), η κοιλάδα του Εορδαϊκού βρίσκεται στον άξονα Καστοριάς-Κορυτσάς, έχει μήκος αρκετών χιλιομέτρων και πλάτος 2-4 μέτρων. «Οι πλαγιές των βουνών που την περιβάλλουν, νότια του Μοράβα και βόρεια του Μι-ι-βανίτ, είναι απότομες, κατάφυτες με πυκνό δάσος, ό,τι πρέπει για τις ενέδρες του αμυνόμενου που μπορεί να επιφέρει θανάσιμα πλήγματα στον εχθρό». Στην περιοχή έγιναν το 1940-41 σκληρές μάχες μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών, με τελική επικράτηση των ελληνικών δυνάμεων.

Επανερχόμαστε όμως στον Μέγα Αλέξανδρο και τους Ιλλυριούς. Πριν φτάσουν οι Ταυλάντιοι, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά και αποτελεσματικά εναντίον τους. Όλοι οι στρατιώτες του Κλείτου οχυρώθηκαν στην πόλη (Πήλιο). Γύρω από αυτήν όμως, ο Αλέξανδρος άρχισε να χτίζει περιτείχισμα για να μην έχουν καμία δυνατότητα διαφυγής ή ενίσχυσης. Στο εξαιρετικό του έργο «Αλέξανδρος ο Μέγας», τ. Α’, σ. 76, ο Γιώργος Κιτσόπουλος αναφέρεται εκτενώς στις ενέργειες του Μακεδόνα στρατηλάτη:

«Φαίνεται πως οι Ιλλυριοί θαμπωμένοι από την ελληνική προέλαση, που για τα τότε δεδομένα έμοιαζε φανταστική, είχαν προτιμήσει την άμυνα, εγκαταλείποντας κάθε απόπειρα επιθετική. Έτσι ο στρατός των εταίρων προελαύνοντας, πέρασε δίπλα από έναν ιλλυρικό βωμό. Και εκεί βρίσκονταν τρία νιοσφαγμένα παλικάρια, τρία κορίτσια και τρία κριάρια. Οι Ιλλυριοί είχαν προετοιμάσει την πατροπαράδοτη θυσία στους πολεμικούς τους θεούς. Μα είχαν υποχρεωθεί να τη διακόψουν, κι έτρεξαν στις οχυρώσεις τους, όταν είδαμε τον Αλέξανδρο να πλησιάζει.

Ασφαλισμένοι έτσι στο Πήλιο και στα βουνά, έβλεπαν τον Αλέξανδρο να προχωρεί, χωρίς να λογαριάζει τον κίνδυνο, λες κι ήταν βέβαιος ότι θα τον προστάτευε κάποια δύναμη θεϊκή. Όταν έφτασε μπρος στα τείχη του Πηλίου, αποφάσισε να φτιάξει γύρω τους πολιορκητικό τείχος, για να εμποδίσει τους Ιλλυριούς να βγουν. Αυτό το τείχος συνηθιζόταν τότε στις πολιορκίες, αλλ’ η απόφαση του Αλεξάνδρου είχε άλλο σκοπό. Με το τείχος εκείνο ήταν σαν να προδίκαζε την έκβαση της μάχης και σαν να προειδοποιούσε τους αντιπάλους του ότι τους περίμενε η συντριβή. Όσο λοιπόν κι αν οι Ιλλυριοί ήταν βέβαιοι πως είχε πέσει στον κλοιό που του είχαν ετοιμάσει, άρχισαν ξαφνικά ν’ αμφιβάλλουν και ν’ αναρωτιούνται για το τι μέλλονταν να συμβεί. Έτσι με τις πρώτες κιόλας ενέργειές του ο Αλέξανδρος κέρδιζε μία μάχη ψυχολογική».

Ο Αλέξανδρος, όπως έδειξε και στην Ασία, στήριζε πολλά στον ψυχολογικό τομέα. Ο Αμερικανός Στίβεν Πρέσφιλντ, στο μυθιστόρημα του «Οι αρετές του πολέμου», Εκδόσεις Πατάκης, 2004, γράφει: «Εκεί όπου πιστεύει (ενν. ο εχθρός) ότι θα είμαστε αύριο, εμείς είμαστε το ίδιο βράδυ. Εκεί όπου πιστεύει ότι θα είμαστε σήμερα, εμείς περάσαμε χθες». Ο Πρέσφιλντ θέλει να τονίσει τη σημασία του αιφνιδιασμού. Ο Αλέξανδρος βρισκόταν εκεί που δεν τον περίμενε ο αντίπαλος ή είχε φτάσει νωρίτερα απ’ ότι ο αντίπαλος υπολόγιζε.

Το Πήλιο, στο οποίο αναφερόμαστε, είχε οχυρωθεί από τον Φίλιππο Β’, για να αναχαιτίσει τους Ιλλυριούς, που ήταν οχυρωμένοι στα γύρω βουνά. Βρισκόταν στην ιλλυρική περιοχή των Δασσαρητών, νότια της λίμνης Αχρίδος (αρχαίο όνομα Λυχνίτιδα) και του Εορδαϊκού ποταμού (Ντεβόλ). Από στρατιωτική άποψη, το Πήλιο έλεγχε τον δρόμο που οδηγούσε από την κοιλάδα του Εριγώνα προς την κοιλάδα του Αλιάκμονα και τη μεσημβρινή Μακεδονία.
Επιστρέφουμε όμως στο 335 π.Χ. και τον Αλέξανδρο, ο οποίος βρέθηκε σε δύσκολη θέση όταν έφτασαν κοντά του ο Γλαυκίας με τους Ταυλάντιους. Ήταν σχεδόν αδύνατο στον Αλέξανδρο να επιτεθεί, γιατί μέσα στο Πήλιο υπήρχαν πολλοί και ικανοί στρατιώτες, ενώ στα νώτα του είχαν φτάσει οι Ταυλάντιοι. Και πάλι όμως τα κατάφερε. Έστειλε τον Φιλώτα, γιο του Παρμενίωνα, με πολλά υποζύγια προστατευμένα από ιππείς για ανεφοδιασμό στη γειτονική πεδιάδα. Ο Γλαυκίας θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη ώρα για επίθεση εναντίον του Φιλώτα. Ο Αλέξανδρος και πάλι «αγρυπνούσε». Με 400 ιππείς, τους υπασπιστές, τους τοξότες και τους Αγριάνες (το υπόλοιπο στράτευμα έμεινε κοντά στο Πήλιο για να το επιτηρεί) κινήθηκε προς τον Γλαυκία, ο οποίος φοβούμενος ότι θα κυκλωθεί έφυγε κακήν κακώς. Έτσι, ο Φιλώτας εκτέλεσε την αποστολή του.

Η Αθηνά Καλογεροπούλου, στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τ. Δ’, γράφει: «Ο Αλέξανδρος στην κρίσιμη αυτή περίπτωση έδειξε τις εξαιρετικές ικανότητές του ως στρατιωτικού ηγέτη. Σχεδίασε με πρωτοτυπία την αποχώρηση και την πραγματοποίησε με τρόπο αριστοτεχνικό κατορθώνοντας να αποσυρθεί από τον ποταμό, χωρίς απώλειες». Οι περιοχές αυτές δεν ήταν ευνοϊκές για πολεμικές επιχειρήσεις. Όταν έφτασε σε ομαλό πεδίο, ο Αλέξανδρος παρέταξε τη φάλαγγα σε βάθος 120 γραμμών. Για προστασία τοποθέτησε 200 ιππείς εκατέρωθεν της φάλαγγας με την εντολή να πορεύονται σιωπηλά. Μετά, οι στρατιώτες του προσποιήθηκαν ότι έκαναν γυμνάσια. Οι φαλαγγίτες ύψωναν τα δόρατα και τα έστρεφαν προς τα εμπρός, μετά προς τα δεξιά και μετά προς τα αριστερά.

Ο στρατιωτικός και ιστορικός Θεόδωρος Σαράντης γράφει: «Και πάλι το στρατιωτικόν δαιμόνιον του Αλεξάνδρου θα λάμψει. Όπως στη βόρειο όχθη του Δουνάβεως (με τους Γέτες), έτσι και εδώ, θα παρατάξει τον στρατόν σε σχήμα τετραγώνου με βάθος 120 ανδρών. Μέσα στο τετράγωνο θα τοποθετήσει τους τοξότας και τους ακοντιστάς. Αριστερά και δεξιά το ιππικό. Για να ακούγονται καλώς τα παραγγέλματα και να εκτελούνται με ταχύτητα διατάσσει απόλυτη σιωπή».
Ξαφνικά, με αυτή τη διάταξη, ο Αλέξανδρος επιτέθηκε εναντίον των Ταυλαντίων, που βρίσκονταν έξω από το φρούριο, χωρισμένοι σε ομάδες, κρατώντας τα γύρω υψώματα. Με τη βοήθεια του ιππικού, οι Ταυλάντιοι διασκορπίστηκαν, χωρίς να μπορέσουν να διατηρηθούν ούτε σε έναν από τους λόφους που είχαν οριστεί ως τόποι συγκέντρωσης. Ταυτόχρονα, ο Αλέξανδρος, με επιδέξιο ελιγμό βρέθηκε στα νώτα τους με 2.000 Αγριάνες ακοντιστές. Οι Ταυλάντιοι πέρασαν το ποτάμι και ακολούθησαν ο Μακεδόνες. Ο Θ. Σαράντης γράφει: «Το απόσπασμα-οπισθοφυλακή (των Μακεδόνων) διήλθε τελευταίο, χάρη σε έναν ελιγμό που θαυμάζουν και οι καλύτεροι στρατηγοί της ιστορίας.

Ο Αλέξανδρος χρησιμοποίησε την τακτική του «κεραυνοβόλου πολέμου» (πρόκειται για το Blitzkrieg που χρησιμοποίησαν και οι Γερμανοί στις αρχές του Β’ ΠΠ), δηλαδή την τακτική της γροθιάς. Όρμησε προς τα εμπρός, χρησιμοποιώντας το αριστερό της φάλαγγας σαν έμβολο («κατά το ευώνυμον οίον έμβολον ποιήσας», γράφει ο Αρριανός) και επιτέθηκε κατά των Ταυλαντίων που αιφνιδιάστηκαν και κρύφτηκαν σε δασωμένες σχισμές. Τότε ο Αλέξανδρος διέταξε τους Μακεδόνες να βγάλουν τις πολεμικές τους κραυγές. Οι Ταυλάντιοι νόμισαν ότι οι αντίπαλοι έφτασαν στα σημεία όπου κρύβονταν και έτρεξαν να μπουν στο Πήλιο. Ο Αλέξανδρος κατέλαβε έναν λόφο. Από εκεί παρακολουθούσε τις κινήσεις του εχθρού και συντόνιζε τις ενέργειες των δικών του δυνάμεων. Στη διάβαση του ποταμού έγινε μάχη, σχεδόν αντίστοιχη με αυτή του Γρανικού.

Ο Αλέξανδρος τοποθέτησε στη μία όχθη του ποταμού βαλλιστικές μηχανές και έριχνε βλήματα στην απέναντι όχθη για να μην μπορούν οι αντίπαλοι να συγκροτηθούν σε παράταξη. Οι τοξότες μάλιστα μπήκαν μέσα στον ποταμό Άψο και χτυπούσαν τους Ταυλαντίους. Τρεις μέρες αργότερα, ο Αλέξανδρος έμαθε ότι ο Κλείτος και ο Γλαυκίας είχαν στρατοπεδεύσει πρόχειρα, πιστεύοντας ότι ο Αλέξανδρος είχε αναδιπλωθεί. Αυτός όμως πέρασε κρυφά τον Άψο με τους τοξότες, τους Αγριάνες και τους άνδρες του Περδίκκα και του Κοίνου, προπορευόμενος, και έδωσε εντολή οι υπόλοιπη στρατιά να τον ακολουθεί. Όταν έφτασε κοντά στο εχθρικό στρατόπεδο, έδωσε εντολή στους τοξότες και στους Αγριάνες να επιτεθούν. Πολλοί αντίπαλοι πιάστηκαν στην κυριολεξία στον ύπνο και σκοτώθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή. Οι Μακεδόνες τους κυνήγησαν ως τα βουνά των Ταυλαντίων. Πολλοί πέταξαν τα όπλα τους για να τρέχουν πιο άνετα. Ο Κλείτος πήγε στο Πήλιο και το πυρπόλησε. Ακολούθησε τους Ταυλαντίους για να σωθεί και πιθανότατα συνάντησε πάλι τον Γλαυκία. Πλέον, η Μακεδονία ήταν ασφαλής και από την Ιλλυρία. Κατά το υπόλοιπο της βασιλείας του Αλεξάνδρου, μόνο μία εξέγερση καταγράφεται στα βόρεια και ανατολικά της Μακεδονίας…
Επίλογος
Όπως είδαμε, τεκμηριωμένα, οι Ιλλυριοί ήταν τουλάχιστον από την εποχή του Φιλίππου Β’ εχθροί των Μακεδόνων. Ο Αλέξανδρος εκστράτευσε εναντίον τους και τους συνέτριψε. Τελευταία, εκτός από τους γνωστούς βόρειους γείτονές μας, τον Μέγα Αλέξανδρο διεκδικούν και οι Αλβανοί. Σύμφωνα με την παράλογη «λογική» τους, ο Αλέξανδρος ήταν Ιλλυριός. Οι Αλβανοί είναι απόγονοι των Ιλλυριών. Άρα, ο Αλέξανδρος ήταν Αλβανός. Φυσικά, το πρώτο μόνο ως ανιστόρητη προπαγάνδα μπορεί να εκληφθεί, ενώ και για το δεύτερο, ότι δηλαδή οι σημερινοί Αλβανοί είναι απόγονοι των Ιλλυριών, δεν υπάρχει καμία απολύτως επιστημονικά τεκμηριωμένη απόδειξη.

