Η συζήτηση για τους καύσωνες της Ευρώπης δεν μπορεί να περιορίζεται σε μία μόνο εξήγηση:
ότι δηλαδή η ίδια κυκλοφοριακή διάταξη παράγει σήμερα υψηλότερες θερμοκρασίες αποκλειστικά επειδή έχει θερμανθεί το κλιματικό υπόβαθρο. Αυτή η προσέγγιση, παρότι στηρίζεται σε υπαρκτές επιστημονικές αναλύσεις, κινδυνεύει να υποβαθμίσει έναν εξίσου κρίσιμο παράγοντα: την τεράστια αλλαγή του αστικού περιβάλλοντος και την αποτυχία της Ευρώπης να προσαρμοστεί έγκαιρα στους καύσωνες.
Οι πόλεις του 2026 δεν είναι οι πόλεις του 1976 ούτε καν του 2003
Είναι πυκνότερες, πιο δομημένες, με περισσότερη άσφαλτο, περισσότερες επιφάνειες που αποθηκεύουν θερμότητα, λιγότερο φυσικό αερισμό, συχνά ανεπαρκές πράσινο και κτίρια σχεδιασμένα περισσότερο για να κρατούν τη ζέστη τον χειμώνα παρά για να προστατεύουν από την υπερθέρμανση το καλοκαίρι. Η αστική θερμική νησίδα δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ένας μηχανισμός που αυξάνει κυρίως τις νυχτερινές θερμοκρασίες, δηλαδή ακριβώς εκεί όπου κρίνεται η αντοχή του ανθρώπινου οργανισμού. Όταν η νύχτα δεν δροσίζει, ο καύσωνας παύει να είναι απλώς ένα μετεωρολογικό επεισόδιο και γίνεται υγειονομική κρίση.
Επομένως, το ερώτημα στο σχετικό δημοσίευμα που αναπαράχθηκε από πολλά μέσα , δεν είναι μόνο αν η αέρια μάζα είναι θερμότερη από ό,τι στο παρελθόν. Το ερώτημα είναι πού πέφτει αυτή η αέρια μάζα. Πέφτει πάνω σε πόλεις που έχουν μετατραπεί σε συσσωρευτές θερμότητας. Πέφτει πάνω σε γηρασμένους πληθυσμούς. Πέφτει πάνω σε παλιά διαμερίσματα χωρίς θερμική προστασία. Πέφτει πάνω σε κοινωνίες όπου μεγάλα τμήματα του πληθυσμού δεν έχουν πρόσβαση σε κλιματιζόμενους χώρους. Και πέφτει πάνω σε κρατικούς μηχανισμούς που, παρά τα επανειλημμένα μαθήματα του παρελθόντος, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τον καύσωνα περισσότερο ως καιρική ανωμαλία παρά ως οργανωμένο κίνδυνο δημόσιας υγείας.
Η Δυτική Ευρώπη είχε προειδοποιηθεί.
Ο καύσωνας του 2003 άφησε πίσω του δεκάδες χιλιάδες θανάτους. Οι μεταγενέστεροι καύσωνες έδειξαν ξανά ότι η ζέστη σκοτώνει αθόρυβα, ιδίως ηλικιωμένους, χρονίως πάσχοντες και ανθρώπους που ζουν μόνοι ή σε κακής ποιότητας κατοικίες. Κι όμως, η προσαρμογή υπήρξε αργή. Οι κλιματιζόμενοι χώροι παραμένουν περιορισμένοι, η ενεργειακή φτώχεια δεν επιτρέπει σε όλους να προστατευθούν, τα σχολεία και τα νοσοκομεία συχνά δεν είναι επαρκώς θωρακισμένα, ενώ ο αστικός σχεδιασμός δεν άλλαξε με την ταχύτητα που απαιτούσε ο κίνδυνος.
Γι’ αυτό και η επίκληση του «θερμότερου κλιματικού υποβάθρου», όταν χρησιμοποιείται μόνη της, μπορεί να λειτουργήσει ως βολική γενίκευση.Μεταφέρει όλο το βάρος σε έναν παγκόσμιο παράγοντα και αφήνει σε δεύτερο πλάνο τις συγκεκριμένες ευθύνες της πολεοδομίας, της κοινωνικής πολιτικής, της δημόσιας υγείας και της ενεργειακής προσαρμογής. Δεν αρκεί να λέμε ότι οι καύσωνες έγιναν ισχυρότεροι. Πρέπει να λέμε και ότι οι πόλεις έγιναν πιο ευάλωτες.
Ο πραγματικός αντίλογος, λοιπόν, δεν είναι να αγνοηθεί η κλιματική μεταβολή. Είναι να μη χρησιμοποιείται ως μοναδική εξήγηση. Η ένταση ενός καύσωνα είναι μετεωρολογικό και κλιματικό ζήτημα. Οι θάνατοι, όμως, είναι και κοινωνικό, πολεοδομικό και πολιτικό ζήτημα. Αν μια πόλη έχει ελάχιστο πράσινο, κακό αερισμό, παλιά κτίρια, ανεπαρκή δίκτυα προστασίας και χαμηλή πρόσβαση σε δροσερούς χώρους, τότε ο ίδιος καύσωνας θα έχει πολύ βαρύτερες συνέπειες.
Η Ευρώπη δεν πληρώνει μόνο τη θέρμανση του κλίματος – Πληρώνει και την αδράνεια της προσαρμογής
Πληρώνει το γεγονός ότι δεν πήρε όσο σοβαρά έπρεπε τα θύματα των προηγούμενων καυσώνων και εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά στην πρόσβαση σε κλιματιζόμενους χώρους, μόλις 19%!
Πληρώνει την ψευδαίσθηση ότι οι πόλεις της εύκρατης Ευρώπης δεν χρειάζονται ουσιαστική θερινή θωράκιση. Και πληρώνει την καθυστέρηση στη δημιουργία δροσερών καταφυγίων, πράσινων υποδομών, σκιάσεων, ψυχρών υλικών, συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και στοχευμένης προστασίας των ευάλωτων. Άρα η σωστή ανάγνωση είναι πιο σύνθετη: οι καύσωνες μπορεί να γίνονται συχνότεροι και εντονότεροι, αλλά η καταστροφικότητά τους πολλαπλασιάζεται από τις ίδιες τις πόλεις και από την ανεπαρκή προετοιμασία των κοινωνιών. Αν δεν διορθωθεί αυτό, κάθε νέα θερμή εισβολή θα παρουσιάζεται ως «πρωτοφανής», ενώ στην πραγματικότητα θα αποκαλύπτει ξανά το ίδιο έλλειμμα: όχι μόνο κλιματικό, αλλά κυρίως έλλειμμα προσαρμογής.
Πηγές: WHO για θανάτους, ISGlobal/Lancet για αστική θερμική νησίδα, WRI για χαμηλή διάδοση κλιματισμού στην Ευρώπη, WWA για την κλιματική συνιστώσα των καυσώνων.
