Υπάρχουν τέτοιοι ηγέτες; Η Άμκα

Υπάρχουν τέτοιοι ηγέτες; Η Άμκα

Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός

Έντονες είναι τις περισσότερες φορές οι συζητήσεις που γίνονται μεταξύ φίλων διαφορετικών πολιτικών θέσεων αλλά και μέσα στα κοινωνικά δίκτυα. Ο καθένας υποστηρίζει πως ο δικός του αρχηγός είναι ο καλύτερος, παραβλέποντας σημαντικά λάθη ή άστοχες αποφάσεις που έχουν πάρει. Κάποιοι από αυτούς μου απηύθυναν τον λόγο και επειδή θα ήταν άσκοπο κι άστοχο είτε να υπερασπιστώ κάποιον από αυτούς ή να τα μηδενίσω όλα τους παρακάλεσα να ακούσουν την πιο κάτω ιστορία και κατόπιν ας βγάλουν τα συμπεράσματά τους. Τους είπα λοιπόν μια ιστορία που είχα γράψει πριν καιρό, την ιστορία της Αμκα.

Η ιστορία λοιπόν είναι η πιο κάτω:

Πέρασαν πέντε χρόνια από τη νύχτα που ο Χόφου γκρεμίστηκε από τον θρόνο του, ηττημένος και ολομόναχος. Η πόλη της Παρακμήνας, όμως, δεν τον περίμενε. Οι πλατείες της παρέμεναν ρημαγμένες, τα ταμεία άδεια, τα τείχη ισοπεδωμένα στο χώμα. Οι πολίτες δεν μιλούσαν πια για ελπίδα· μιλούσαν μονάχα για επιβίωση. Όταν ήρθε η ώρα να διαλέξουν νέο αρχηγό, δεν θέλησαν να ακούσουν άλλα μεγάλα λόγια. Κοίταξαν μόνο τα έργα. Και τα μάτια τους σταμάτησαν πάνω στην Άμκα.

Η Άμκα δεν ήταν κόρη στρατηγού, ούτε είχε σπουδάσει σε λαμπρά πανεπιστήμια του εξωτερικού. Ήταν η δασκάλα του τόπου. Στα μαύρα χρόνια της διοίκησης του Χόφου, όταν το σχολείο της πόλης βομβαρδίστηκε και έμεινε χωρίς στέγη, εκείνη κουβάλησε, πέτρα την πέτρα, τα λιθάρια από το ποτάμι. Έχτισε τους τοίχους με τα ίδια της τα χέρια. Δεν έβγαλε διαγγέλματα· έβγαλε κάλους στις παλάμες της.

Της πρόσφεραν τον θρόνο. Εκείνη δεν δέχτηκε να φορέσει καμία φανταχτερή στολή. Φόρεσε τα παλιά, απλά της ρούχα, που είχαν ακόμα πάνω τους έναν ξεραμένο λεκέ από λάσπη. «Δεν ήρθα εδώ για να σας σώσω», είπε κοιτάζοντας το συγκεντρωμένο πλήθος. «Ήρθα μόνο για να μη σας πω ψέματα». Οι πολίτες τη μέτρησαν με το βλέμμα. Και σώπασαν.

Τότε, η Άμκα έκανε ό,τι δεν είχε διανοηθεί ποτέ να κάνει ο Χόφου:

κάθισε κατάχαμα, ανάμεσά τους. Έβγαλε από την τσέπη της ένα τσαλακωμένο χαρτί. Δεν περιείχε λόγους, αλλά ονόματα. Δώδεκα ονόματα. «Αυτοί οι άνθρωποι θα κυβερνήσουν μαζί μου», δήλωσε κοφτά.

Ανάμεσά τους ήταν ο γερο-Δημήτρης, ο γεωργός που κάποτε την είχε επικρίνει δημόσια. Ήταν η Οργή, η χαροκαμένη χήρα που είχε ξεσηκώσει την απεργία των γυναικών. Ήταν και ο στρατηγός Συνετός, ο εξόριστος του βουνού, που είχε εκδιωχθεί επειδή τόλμησε να πει την αλήθεια στην εξουσία. Κανένας δουλοπρεπής ανάμεσά τους. Κανένας Κόλακας. Μονάχα άνθρωποι που αγαπούσαν την πόλη τους πολύ περισσότερο από την καρέκλα της εξουσίας.

«Αν σας πω έστω και ένα ψέμα, διώξτε με», τους είπε. «Αν δείτε να φοβάμαι την αλήθεια, εγκαταλείψτε με. Αν μείνουμε όρθιοι, θα μείνουμε μαζί. Κι αν πέσουμε, θα πέσουμε πάλι μαζί. Αλλά η Παρακμήνα δεν πρόκειται να ξαναπέσει μόνη της».

Την τρίτη κιόλας μέρα, εμφανίστηκαν στο παλάτι οι Κόλακες.

Ντυμένοι με ακριβά μεταξωτά ρούχα, σκορπίζοντας γλυκά λόγια, έφεραν μαζί τους πλούσια δώρα. Έφεραν, για άλλη μια φορά, «φύκια για μεταξωτές κορδέλες». «Μεγάλη Άμκα», ψιθύρισαν υποκριτικά, «η πόλη έχει ανάγκη από μια μαρμάρινη, επιβλητική πλατεία. Με το δικό σου άγαλμα να δεσπόζει στο κέντρο της. Οι πολίτες, βλέποντάς το, θα ξεχάσουν την πείνα τους. Υπέγραψε απλώς εδώ».

Η Άμκα διάβασε προσεκτικά το έγγραφο και, δίχως να διστάσει, το έσκισε στα δύο. «Η Παρακμήνα δεν έχει ανάγκη από το δικό μου άγαλμα. Έχει ανάγκη από τρεχούμενο νερό», απάντησε σκληρά. Στράφηκε έπειτα προς τον στρατηγό Συνετό: «Πόσα πηγάδια πρέπει να ανοιχτούν πριν μας προλάβει η ξηρασία;» «Επτά», αποκρίθηκε εκείνος. «Αύριο το πρωί πιάνουμε τις τσάπες. Εγώ θα είμαι πρώτη. Κι εσείς», είπε γυρίζοντας το βλέμμα προς τους Κόλακες, «φέρτε φτυάρια, αν θέλετε πραγματικά να βοηθήσετε τον τόπο. Αν όμως ψάχνετε για αξιώματα και θέσεις, η ουρά ξεκινάει από το πηγάδι».

Οι Κόλακες, φυσικά, δεν ξαναπάτησαν το πόδι τους. Από το ίδιο κιόλας βράδυ, άρχισαν να διαδίδουν στα κρυφά πως η Άμκα ήταν αδύναμη, άσχετη με την πολιτική τέχνη και πως θα οδηγούσε την πόλη στον όλεθρο.
Οι πολίτες όμως, αυτή τη φορά, είχαν τα μάτια τους ανοιχτά. Είδαν τα πηγάδια να ανοίγουν, είδαν το καθαρό νερό να αναβλύζει, αντίκρισαν τα ξερά χωράφια τους να πρασινίζουν και να βγάζουν καρπό. Κι εκείνοι οι λίγοι που είχαν παρασυρθεί προσωρινά από τα λόγια των Κολάκων, ντράπηκαν βαθιά.

Ένα πρωί, η Άμκα βρήκε έξω από την πόρτα της ένα απλό, πλεκτό καλάθι. Περιείχε επτά κατακόκκινα ρόδια —ένα για κάθε πηγάδι που είχε ποτίσει τη γη. Δίπλα τους, υπήρχε ένα σημείωμα, δίχως υπογραφή: «Στην αρχή δεν σε πιστέψαμε. Συγγνώμη. Τώρα, όμως, μάθαμε να πιστεύουμε στα ίδια μας τα χέρια». Οι άνθρωποι της πόλης δεν την αποκάλεσαν ποτέ «μεγάλη». Την ονόμαζαν, με αγάπη, «δική μας».

Οι Κόλακες μάζεψαν τα πράγματά τους και έφυγαν μακριά, προς την Ανατολή.

Αναζητούσαν προφανώς κάποιον άλλον Χόφου, για να του πουλήσουν τις ψεύτικες κορδέλες τους. Βλέπετε, οι κόλακες δεν αντέχουν να ριζώσουν εκεί όπου μιλάει η αλήθεια της γης.

Η Άμκα δεν εξέδωσε καμία διαταγή για το χτίσιμο των νέων τειχών της πόλης. Αντί για διατάγματα, μοίρασε στον λαό φτυάρια και αξίνες. «Το τείχος δεν το χτίζει ποτέ ο αρχηγός», τους είπε. «Το χτίζει ολόκληρη η πόλη. Πέτρα την πέτρα, λιθάρι το λιθάρι. Και κάθε πέτρα που υψώνεται, πρέπει να έχει πάνω της χαραγμένο ένα όνομα: του γεωργού, της χήρας, του στρατηγού, της δασκάλας. Όταν, λοιπόν, θα έρθει ο εχθρός να μας χτυπήσει, δεν θα βρει μπροστά του ένα τείχος χτισμένο από τον φόβο. Θα βρει ανθρώπους συνειδητοποιημένους, που γνωρίζουν πολύ καλά γιατί πολεμούν και τι προστατεύουν».

Πέντε χρόνια μετά, η Παρακμήνα δεν είχε γίνει μια πόλη μυθικά πλούσια· είχε γίνει όμως μια πόλη απόλυτα δίκαιη. Τα παιδιά μάθαιναν γράμματα και αξίες μέσα στο σχολείο που η ίδια η δασκάλα είχε χτίσει με τα χέρια της. Το κοινό ταμείο είχε λίγα χρήματα, μα ήταν για πρώτη φορά πεντακάθαρο και γεμάτο.
Όταν η Άμκα έφυγε από τη ζωή, σε βαθιά γεράματα, οι πολίτες δεν θέλησαν να την θάψουν σε κάποιο μεγαλόπρεπο μαυσωλείο. Την απέθεσαν με ευλάβεια στο χώμα, δίπλα ακριβώς στο πρώτο πηγάδι που είχε ανοίξει. Πάνω στη λιτή της ταφόπλακα δεν σκάλισαν τη λέξη «Ηγέτης». Χάραξαν μονάχα μια λέξη, την πιο ιερή: «Δασκάλα».

Γιατί ο αληθινός, ο μεγάλος ηγέτης δεν έρχεται για να σώσει την πόλη. Έρχεται για να μάθει την πόλη πώς να σώζεται μόνη της.

Όταν τελείωσα την ιστορία κανείς δεν απάντησε. Κι αυτό μου άρεσε γιατί αν μη τι άλλο, προβληματίσθηκαν…

Σχετικές δημοσιεύσεις