Νομοθέτες και των δύο κομμάτων στις ΗΠΑ στήνουν θεσμικό «τείχος» απέναντι στο ενδεχόμενο επιστροφής της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35, στον απόηχο των ανοιγμάτων Τραμπ. Το κοινό ψήφισμα αποδοκιμασίας και το νέο μέτωπο που προκαλεί ρωγμές στο ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή Το πρώτο βήμα για να στηθεί θεσμικό ανάχωμα στο Κογκρέσο, απέναντι σε πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 επιχειρούν να κάνουν αμερικανοί νομοθέτες, μετά τις δηλώσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, που άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας αμυντικής διευθέτησης με την Άγκυρα, ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία. Η δημοκρατική βουλευτής από τη Νεβάδα, Ντίνα Τίτους, έχει αναλάβει πρωτοβουλία για τη συλλογή υπογραφών, με την οποία οι βουλευτές θα ζητούν από την ηγεσία της Βουλής των Αντιπροσώπων να είναι έτοιμη να ασκήσει τις εξουσίες που της δίνει ο νόμος, ώστε να αποτρέψει οποιαδήποτε απόφαση επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Η ουσία της πρωτοβουλίας είναι να υπάρξει έγκαιρη προετοιμασία για την αξιοποίηση του κοινού ψηφίσματος αποδοκιμασίας, του λεγόμενου joint resolution of disapproval. Πρόκειται για το νομοθετικό εργαλείο που προβλέπεται στον Νόμο περί Ελέγχου των Εξαγωγών Όπλων και δίνει στο Κογκρέσο τη δυνατότητα να επιχειρήσει να μπλοκάρει μια μεγάλη αμυντική πώληση, μετά την επίσημη κοινοποίησή της από την κυβέρνηση. Η επιστολή βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο στάδιο της συλλογής υπογραφών και πρόκειται να σταλεί στον ηγέτη της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων, Στιβ Σκαλίζ, και στον ηγέτη της δημοκρατικής μειοψηφίας, Χακίμ Τζέφρις, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν μπορεί να παρακάμψει τις δεσμεύσεις που απορρέουν από την αμερικανική νομοθεσία, όσο η Τουρκία εξακολουθεί να κατέχει το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400. Η νέα κίνηση στη Βουλή των Αντιπροσώπων έρχεται στον απόηχο των δηλώσεων που έκανε ο πρόεδρος Τραμπ, στον Λευκό Οίκο, κατά τη συνάντησή του με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ερωτηθείς από δημοσιογράφο, αν προτίθεται να μεταβεί στην Τουρκία, με μια «μεγάλη τσάντα δώρων». Οι συντάκτες της επιστολής επικαλούνται και τη δήλωση του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος ανέφερε ότι βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη επίσημη διαδικασία επανεξέτασης, για το πώς θα μπορούσε μια πιθανή πώληση να προχωρήσει νομικά. Όπως αναφέρεται στο κείμενο, ο κ. Βανς σημείωσε ότι «ο Πιτ Χέγκσεθ και ολόκληρη η ομάδα εξετάζουν το ζήτημα αυτή τη στιγμή». Η Τουρκία απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα των F-35, το 2019, μετά την απόφασή της να προμηθευτεί το ρωσικής κατασκευής αντιαεροπορικό σύστημα S-400. Η Ουάσιγκτον είχε κρίνει ότι η παρουσία του συγκεκριμένου συστήματος σε χώρα μέλος του ΝΑΤΟ δημιουργούσε κίνδυνο για ευαίσθητες πληροφορίες που σχετίζονται με τις δυνατότητες του αμερικανικού μαχητικού. Στην επιστολή υπενθυμίζεται ότι τον Δεκέμβριο του 2020, το ίδιο το Στέιτ Ντιπάρτμεντ της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ επέβαλε κυρώσεις στην Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών της Τουρκίας, βάσει του άρθρου 231 του νόμου CAATSA, δηλαδή του νόμου για την αντιμετώπιση των αντιπάλων της Αμερικής,μέσω κυρώσεων. Η απόφαση αυτή, όπως σημειώνεται, δεν έχει ανακληθεί και εξακολουθεί να ισχύει. Το νομικό επιχείρημα της επιστολής είναι ξεκάθαρο, καθώς υπενθυμίζει ότι η αγορά των S-400 από την Τουρκία αποτέλεσε σημαντική συναλλαγή με οντότητα, που δρα για λογαριασμό του αμυντικού τομέα ή του τομέα πληροφοριών της Ρωσίας. Οι βουλευτές τονίζουν ότι δεν υπάρχει δημόσια διαθέσιμο στοιχείο, που να δείχνει ότι η Τουρκία έχει απομακρύνει το σύστημα, ότι το έχει αποσύρει από επιχειρησιακή χρήση ή ότι έχει αντιμετωπίσει την αιτία που οδήγησε αρχικά στην επιβολή των κυρώσεων. Πέρα από τις κυρώσεις CAATSA, η επιστολή επικαλείται και τον Νόμο περί Εθνικής Άμυνας για το οικονομικό έτος 2020, ο οποίος απαγορεύει τη μεταφορά F-35 στην Τουρκία, εκτός εάν η Άγκυρα δεν έχει πλέον στην κατοχή της το σύστημα S-400, παράσχει διαβεβαιώσεις ότι δε θα επιδιώξει ξανά την απόκτησή του και επιβεβαιώσει ότι δεν έχει αποδεχθεί πρόσθετες παραδόσεις που σχετίζονται με τους S-400 ή με άλλο σύστημα, που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο αμερικανικά αμυντικά συστήματα. Στο ίδιο πλαίσιο, οι βουλευτές αναφέρονται στην ακρόαση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, στις 3 Ιουνίου 2026, κατά την οποία, όπως σημειώνουν, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση δεσμεύεται από τον νόμο να διατηρήσει τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας και δεν μπορεί να επανεντάξει την Άγκυρα στο πρόγραμμα των F-35. Η κινητικότητα αναμένεται να φτάσει και στη ρεπουμπλικανική πλευρά της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο ρεπουμπλικάνος πρόεδρος της Επιτροπής, Μπράιαν Μαστ από τη Φλόριντα, αναμένεται ότι θα ενημερωθεί την επόμενη εβδομάδα, για το ζήτημα των F-35 και τη συνεχιζόμενη κατοχή του συστήματος S-400 από την Τουρκία. Δεν είναι σαφές εάν την ενημέρωση ζήτησε ο ίδιος ο κ. Μαστ ή εάν αυτή θα γίνει με πρωτοβουλία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Η διάκριση αυτή έχει σημασία. Στην πρώτη περίπτωση, θα έδειχνε ότι η ανησυχία για τον πιθανό δρόμο επιστροφής της Τουρκίας στα F-35 φτάνει πλέον και στον ρεπουμπλικάνο πρόεδρο της αρμόδιας επιτροπής. Στη δεύτερη, θα μπορούσε να δείχνει προσπάθεια της κυβέρνησης να διαχειριστεί εγκαίρως τις αντιδράσεις στο Κογκρέσο, καθώς εξετάζει εάν υπάρχει νομική οδός για να προχωρήσει η υπόθεση. Το μήνυμα της επιστολής είναι σαφές: η Τουρκία δεν μπορεί να επιστρέψει στα F-35, σα να μην υπήρξαν ποτέ οι S-400. Για τους συντάκτες της πρωτοβουλίας, το ζήτημα δεν είναι μόνο πολιτικό ή διπλωματικό. Είναι νομικό, θεσμικό και αφορά την αξιοπιστία της ίδιας της αμερικανικής νομοθεσίας. Το θεσμικό φρένο του Κογκρέσου Το κοινό ψήφισμα αποδοκιμασίας είναι το βασικό εργαλείο που διαθέτει το Κογκρέσο, για να επιχειρήσει να μπλοκάρει μια αμυντική πώληση, μετά την επίσημη κοινοποίησή της από την κυβέρνηση. Η διαδικασία ενεργοποιείται μέσα σε περιορισμένο χρονικό παράθυρο, συνήθως 30 ή 15 ημερών, όταν πρόκειται για συμμάχους στο ΝΑΤΟ και ορισμένους στενούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών. Στην πράξη, όμως, το εργαλείο αυτό είναι δύσκολο να παραγάγει δεσμευτικό αποτέλεσμα. Για να σταματήσει μια πώληση, το ψήφισμα πρέπει να εγκριθεί με την ίδια διατύπωση, τόσο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και από τη Γερουσία και στη συνέχεια, είτε να υπογραφεί από τον πρόεδρο είτε να παρακάμψει ενδεχόμενο προεδρικό βέτο. Αυτό σημαίνει ότι μια απλή πλειοψηφία μπορεί να αρκεί για να σταλεί ένα πολιτικό μήνυμα, αλλά δεν αρκεί για να σταματήσει μια κυβέρνηση που είναι αποφασισμένη να προχωρήσει. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Κογκρέσο θα χρειαζόταν πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα, για να ανατρέψει το βέτο. Ρεπουμπλικανικές αντιδράσεις για τους κινητήρες του KAAN Η συζήτηση για τα F-35 συμπίπτει με νέο μέτωπο αντιδράσεων στο Κογκρέσο, αυτή τη φορά με αφορμή την πρόθεση της κυβέρνησης Τραμπ, να εγκρίνει την πώληση κινητήρων μαχητικών αεροσκαφών στην Τουρκία, συνολικής αξίας άνω των 700 εκατ. δολαρίων. Η υπόθεση αφορά στην επίσημη γνωστοποίηση προς το Κογκρέσο, για την πώληση κινητήρων της General Electric, οι οποίοι αναμένεται να χρησιμοποιηθούν στο KAAN, το πρώτο τουρκικής κατασκευής μαχητικό αεροσκάφος και κεντρικό πρόγραμμα της προσπάθειας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να ενισχύσει την αυτονομία της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας. Στην Ουάσιγκτον, ωστόσο, η συγκεκριμένη πώληση δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως ζήτημα κινητήρων. Έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τη μεγαλύτερη αντιπαράθεση, για το εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες ετοιμάζονται να χαλαρώσουν την πίεση προς την Τουρκία, παρά το γεγονός ότι η Άγκυρα εξακολουθεί να κατέχει το ρωσικό σύστημα S-400. Υπό αυτό το πρίσμα, τέσσερις ελληνοαμερικανοί βουλευτές από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ο Γκας Μπιλιράκης από τη Φλόριντα, η Νικόλ Μαλλιωτάκη από τη Νέα Υόρκη, ο Μάικ Χαριδόπουλος από τη Φλόριντα και ο Τζίμι Πατρόνις επίσης από τη Φλόριντα, εξέφρασαν σε κοινή δήλωσή τους βαθιά ανησυχία για τις πληροφορίες σχετικά με την προτεινόμενη αμυντική πώληση. Παράλληλα, δήλωσαν ότι αντιτίθενται σθεναρά σε οποιαδήποτε προοπτική επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, εάν η Άγκυρα δε συμμορφωθεί πλήρως με τον νόμο CAATSA. Η παρέμβασή τους έχει ιδιαίτερο βάρος, καθώς δεν προέρχεται από δημοκρατικούς επικριτές της πολιτικής έναντι της Τουρκίας, αλλά από μέλη του ίδιου κόμματος του Τραμπ. Ο κ. Πατρόνις, ο οποίος εξελέγη φέτος στη Βουλή των Αντιπροσώπων, σε ειδική εκλογική αναμέτρηση, είχε τη δημόσια στήριξη του κ. Τραμπ, ο οποίος τον είχε χαρακτηρίσει «υπέροχο φίλο» του ίδιου και του κινήματος MAGA. Ο κ. Χαριδόπουλος, πρώην πρόεδρος της Γερουσίας της Φλόριντα, έχει επίσης λάβει δημόσια στήριξη από τον πρόεδρο Τραμπ. Οι συγκεκριμένες κινήσεις δείχνουν ότι η δυσφορία στο Κογκρέσο για ένα πιθανό άνοιγμα προς την Άγκυρα, δεν περιορίζεται πλέον στη δημοκρατική πλευρά. Αγγίζει και Ρεπουμπλικάνους που, σε άλλα ζητήματα, βρίσκονται κοντά στον πρόεδρο, αλλά θεωρούν ότι η Τουρκία δεν μπορεί να επιβραβευθεί, όσο διατηρεί τους S-400 και συνεχίζει να αμφισβητεί συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, εάν ο Ντόναλντ Τραμπ είναι αποφασισμένος να προχωρήσει προς αυτή την κατεύθυνση, τα περιθώρια αποτελεσματικής αντίδρασης θα είναι ιδιαίτερα μικρά. Ιδίως, απέναντι σε έναν πρόεδρο που συχνά περνά τους άγραφους κανόνες της συναίνεσης μεταξύ Λευκού Οίκου και Κογκρέσου στα ψιλά γράμματα.
ΗΠΑ: Κινήσεις προς ηγεσία Κογκρέσου για μπλόκο στην επιστροφή της Τουρκίας στα F-35
