Το μέλλον της Γης στο πιάτο μας

Νέα διεθνής μελέτη υποστηρίζει ότι μια στροφή προς πιο υγιεινές διατροφικές επιλογές, σε συνδυασμό με λιγότερη σπατάλη τροφίμων και αποδοτικότερη γεωργία, θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά την εικόνα του πλανήτη.

Ηδιατροφή έχει αντίκτυπο.   Επηρεάζει την υγεία, το κλίμα, τη χρήση της γης και το μέλλον όσων βιοπορίζονται από αυτήν. Μια νέα διεθνής μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Nature», εξετάζει τι θα μπορούσε να συμβεί εάν ο κόσμος άλλαζε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο παράγει και καταναλώνει τρόφιμα. Σύμφωνα με τα ευρήματα, ένας συνδυασμός πιο υγιεινών διατροφικών επιλογών, περιορισμού της σπατάλης τροφίμων και βελτίωσης της γεωργικής παραγωγής θα μπορούσε να μειώσει έως και κατά 85% τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που σχετίζονται με τη χρήση της γης έως το 2050.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, του αμερικανικού Πανεπιστημίου Κορνέλ και ακόμη δέκα διεθνών ερευνητικών ομάδων. Τις προεκτάσεις της μελέτης εξηγεί στο ΒΗΜΑ-Science ο επικεφαλής συγγραφέας της, δρ Μάθιου Γκίμπσον, ερευνητής στο κέντρο LSHTM του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.

Διεθνές πρότυπο υγιεινής διατροφής

Οι ερευνητές πραγματοποίησαν την πρόσφατη μελέτη με βάση αναφορά της Επιτροπής EAT-Lancet, γνωστή ως «Διατροφή για την Υγεία του Πλανήτη» (Planetary Health Diet), η οποία προέκυψε από τη συνεργασία τού μη κερδοσκοπικού οργανισμού EAT με το κορυφαίο ιατρικό επιστημονικό περιοδικό «The Lancet» και για την εκπόνηση της οποίας χρειάστηκε η συμμετοχή δεκάδων επιστημόνων από τους τομείς της διατροφής, της ιατρικής, της γεωπονίας, της περιβαλλοντικής επιστήμης και των οικονομικών.

Η αναφορά κατέληξε σε μια σειρά διατροφικών προτάσεων και συστάσεων: ενώ δεν προτείνεται στροφή σε μια πλήρως χορτοφαγική διατροφή ή πλήρης κατάργηση των ζωικών προϊόντων, συνιστάται ωστόσο η μείωση της κατανάλωσης κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος και δίνεται μεγαλύτερη έμφαση σε τρόφιμα φυτικής προέλευσης, όπως λαχανικά, φρούτα, όσπρια, ξηροί καρποί και δημητριακά ολικής άλεσης. Περιλαμβάνονται επίσης μικρότερες ποσότητες ψαριών, πουλερικών, αβγών και γαλακτοκομικών.

Οπως επισημαίνει ο δρ Γκίμπσον, το διατροφικό πρότυπο που προτάθηκε σχεδιάστηκε πρωτίστως με γνώμονα την ανθρώπινη υγεία και όχι ως μια διατροφή η οποία είχε εξαρχής ως μοναδικό στόχο τη βιωσιμότητα.

Το σενάριο που εξέτασαν οι επιστήμονες

Βασιζόμενοι στο παραπάνω πρότυπο, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν προηγμένα υπολογιστικά μοντέλα ως «προσομοιωτές» πιθανών μελλοντικών εξελίξεων. Αξιοποιήθηκαν δέκα διαφορετικά παγκόσμια οικονομικά μοντέλα, τα οποία εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται η χρήση της γης και η παραγωγή τροφίμων με την κατανάλωση, το εμπόριο, τις τιμές και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους.

Οι επιστήμονες δημιούργησαν ένα υποθετικό σενάριο, εξετάζοντας πώς θα εξελισσόταν το παγκόσμιο αγροδιατροφικό σύστημα εάν συνέβαιναν ταυτόχρονα τρεις αλλαγές: οι πολίτες υιοθετούσαν πιο υγιεινή διατροφή σύμφωνα με το πρότυπο της ΕΑΤ-Lancet, η γεωργία γινόταν αποδοτικότερη χάρη στην τεχνολογία και η σπατάλη τροφίμων μειωνόταν στο μισό.

Τα μοντέλα έλαβαν υπόψη ιστορικά δεδομένα του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ από το 1961 έως το 2020 και προβλέψεις για την αύξηση του πληθυσμού, την οικονομική ανάπτυξη, την κλιματική κρίση, τις αποδόσεις των καλλιεργειών, τη χρήση νερού και λιπασμάτων και τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Οι ερευνητές αντιπαρέβαλαν το εναλλακτικό μέλλον με ένα σενάριο αδράνειας, στο οποίο οι σημερινές διατροφικές επιλογές και οι πολιτικές θα παρέμεναν ουσιαστικά ως έχουν.

Λιγότερη κτηνοτροφία, περισσότερες καλλιέργειες

Σύμφωνα με τις προσομοιώσεις των επιστημόνων, η ταυτόχρονη αλλαγή στη διατροφή, η μείωση της σπατάλης τροφίμων και η βελτίωση της γεωργικής παραγωγής θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα αγροδιατροφικό σύστημα που έως το 2050 θα απαιτεί λιγότερη γη για να καλύψει τις παγκόσμιες ανάγκες. Η συνολική γεωργική έκταση θα περιοριζόταν κατά περίπου 6% σε σχέση με το 2020, κυρίως επειδή θα μειώνονταν οι ανάγκες για εκτάσεις που σήμερα προορίζονται για κτηνοτροφία και παραγωγή ζωοτροφών.

Την ίδια στιγμή, η οικονομική αξία της παραγωγής βοοειδών και αιγοπροβάτων θα μπορούσε να υποχωρήσει έως και 70%, καθώς η κατανάλωση ζωικών προϊόντων θα περιοριζόταν.

Στον αντίποδα, μεγαλύτερο μέρος των αγροτικών εκτάσεων θα μπορούσε να στραφεί προς τις φυτικές καλλιέργειες, οι οποίες θα αποκτούσαν κεντρικότερο ρόλο στο παγκόσμιο σύστημα τροφίμων. «Βλέπουμε σημαντική αύξηση της οικονομικής αξίας της παραγωγής λαχανικών, φρούτων, ξηρών καρπών και οσπρίων, και αντίστοιχη μείωση της αξίας της κτηνοτροφικής παραγωγής» επισημαίνει ο ερευνητής, υπογραμμίζοντας ότι η αλλαγή αυτή θα δημιουργούσε πιθανότατα σημαντικές πιέσεις για τους κτηνοτρόφους, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η παραγωγή ζωικών προϊόντων αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας, καθιστώντας αναγκαίες πολιτικές στήριξης και προσαρμογής.

Το κέρδος για το περιβάλλον και την υγεία

Τα μοντέλα έδειξαν ακόμη ότι οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που συνδέονται με τις αλλαγές στη χρήση της γης θα μπορούσαν να μειωθούν έως και 85% μέχρι το 2050, κυρίως επειδή θα περιοριζόταν η ανάγκη για αποψίλωση δασών και επέκταση των γεωργικών εκτάσεων.

«Τα συστήματα τροφίμων ευθύνονται για περίπου το 30% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Επομένως, η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο παράγουμε και καταναλώνουμε την τροφή μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης» επισημαίνει ο Γκίμπσον.

Οπως μας εξηγεί, το σενάριο που εξετάστηκε στη μελέτη θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση περίπου 1 δισεκατομμυρίου τόνων ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα (1 GtCO₂e) στις άμεσες ετήσιες εκπομπές, χωρίς να υπολογίζεται το επιπλέον όφελος από τον περιορισμό της αποψίλωσης των δασών. Παράλληλα, η αλλαγή των διατροφικών προτύπων δεν αφορά μόνο το περιβάλλον.

Η υιοθέτηση πιο υγιεινών διατροφικών συνηθειών σε παγκόσμιο επίπεδο θα μπορούσε να αποτρέψει εκατομμύρια πρόωρους θανάτους κάθε χρόνο. «Αν ο κόσμος συνέχιζε την πορεία των σημερινών διατροφικών και αγροτικών τάσεων, θα εξακολουθούσαμε να βλέπουμε εκατομμύρια πρόωρους θανάτους που σχετίζονται με τη διατροφή, ενώ το κρυφό κόστος των σημερινών συστημάτων τροφίμων θα συνέχιζε να αυξάνεται» σημειώνει ο ερευνητής.

Οπως υπογραμμίζει, τα σημερινά συστήματα παραγωγής τροφίμων έχουν υψηλό οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος, καθώς επιβαρύνουν τα οικοσυστήματα και συμβάλλουν στην υπέρβαση κρίσιμων ορίων του πλανήτη. Το μεγάλο στοίχημα θα είναι η μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο σύστημα, χωρίς να μείνουν πίσω οι άνθρωποι και οι κοινότητες που εξαρτώνται από αυτό.

Αλλες συνθήκες σε κάθε περιοχή

Οι επιστήμονες έλαβαν υπόψη τις σημερινές διατροφικές συνήθειες κάθε περιοχής. Οπως μας εξηγεί ο δρ Γκίμπσον, οι αλλαγές που θα απαιτούνταν διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα.

«Οι περιοχές με υψηλή κατανάλωση ζωικών προϊόντων, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βόρεια Ευρώπη, θα χρειάζονταν πολύ μεγαλύτερες αλλαγές για να προσεγγίσουν τη διατροφή EAT-Lancet σε σύγκριση με χώρες όπως η Ινδία, όπου η κατανάλωση ζωικών προϊόντων είναι ήδη χαμηλότερη» σημειώνει.

Η μελέτη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για χώρες της Μεσογείου, όπως η Ελλάδα, όπου η παραδοσιακή διατροφή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε τρόφιμα που βρίσκονται κοντά στις αρχές της EAT-Lancet, επισημαίνει ο ερευνητής, παραπέμποντας στη νεότερη έκθεση της Επιτροπής που δημοσιεύθηκε το 2025.

Αυτό σημαίνει ότι χώρες της Μεσογείου, όπου παραδοσιακά καταναλώνονται περισσότερα όσπρια, λαχανικά, ελαιόλαδο και δημητριακά και λιγότερο κόκκινο κρέας, ενδέχεται να βρίσκονται ήδη πιο κοντά στο διατροφικό μοντέλο που εξετάζει η μελέτη.

Σχετικές δημοσιεύσεις