Απόλυτη αποτυχία το πρόγραμμα AntiNERO: Παρέλαβαν 667 εκατ. ευρώ για δασικές εκτάσεις που έγιναν στάχτη!

Από το 2022, η κυβέρνηση λάνσαρε με τυμπανοκρουσίες το πρόγραμμα AntiNero ως την απόλυτη δασική «ασπίδα»

Εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, εργολαβικοί καθαρισμοί και μια διαρκής πολιτική και επιστημονική αντιπαράθεση για το «AntiNERO».

 

Πόσο αποτελεσματικό είναι στην πράξη το μεγαλύτερο πρόγραμμα πρόληψης δασικών πυρκαγιών στη χώρα;

Το πρόγραμμα «AntiNERO» παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως η απόλυτη τομή στη δασική προστασία της χώρας.

Με κονδύλια 667 εκατομμυρίων ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) και το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, φιλοδόξησε να αλλάξει το κυρίαρχο υπόδειγμα ήδη από το 2022.

Να περάσουμε από την παθητική καταστολή των πυρκαγιών στην ενεργητική πρόληψη και τη διαχείριση της καύσιμης ύλης.

Ωστόσο, η διαδρομή της εφαρμογής του μέχρι σήμερα αποδεικνύεται πεδίο έντονης πολιτικής, επιστημονικής και οικολογικής αντιπαράθεσης.

Η βασική αιχμή της κριτικής εστιάζει στο «εργολαβικό» μοντέλο υλοποίησης.

Αντί για τη δομική και μόνιμη ενίσχυση της υποστελεχωμένης Δασικής Υπηρεσίας και των τοπικών κοινοτήτων, η πρόληψη εκχωρήθηκε σε μεγάλες εργολαβικές αναθέσεις με ταχείες διαδικασίες.

Δασολόγοι, περιβαλλοντικές οργανώσεις και φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης καταγγέλλουν ότι σε αρκετές περιοχές οι καθαρισμοί έγιναν οριζόντια και ισοπεδωτικά, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες οικολογικές απαιτήσεις κάθε δάσους.

Επιπλέον, στηλιτεύεται η παράκαμψη της Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης (ΣΠΕ) σε ευαίσθητες περιοχές του δικτύου Natura 2000, αλλά και περιστατικά όπου οι εργολάβοι άφησαν πίσω τους συσσωρευμένη ξηρή βιομάζα ή προέβησαν σε βίαιες επεμβάσεις στο δασικό υπόροφο.

Στον αντίποδα, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αλλά και εκπρόσωποι των γεωτεχνικών υπεραμύνονται σθεναρά του σχεδίου.

Υποστηρίζουν ότι το AntiNERO πέτυχε πρωτοφανείς ρυθμούς απορρόφησης ευρωπαϊκών πόρων και δημιούργησε κρίσιμες ζώνες άμυνας, συντηρώντας χιλιάδες χιλιόμετρα δασικών δρόμων, αντιπυρικών ζωνών και δεξαμενών νερού.

Όπως τονίζουν, «το Antinero είναι πρόγραμμα έργων πρόληψης και όχι αυτόματος μηχανισμός κατάσβεσης».

H συμβολή του έγκειται στη μείωση της έντασης της πυρκαγιάς (ώστε να παραμείνει έρπουσα) και στη διευκόλυνση της πρόσβασης των πυροσβεστικών δυνάμεων στο πεδίο (όπως συνέβη σε τοπικά μέτωπα στη Δυτική Αττική και την Ηλεία).

Το ουσιαστικό πολιτικό και επιχειρησιακό συμπέρασμα όμως, παραμένει to εξής: ένα πρόγραμμα καθαρισμών δεν μπορεί να αποτελεί «πανάκεια» ούτε να λειτουργεί αποκομμένο από τη συνολική δασική διαχείριση.

Ο απολογισμός στις αρχές Αυγούστου 2026 είναι για άλλη μια φορά ανατριχιαστικός: πάνω από 300.000 στρέμματα έχουν ήδη γίνει στάχτη στην επικράτεια, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Συστήματος EFFIS/Copernicus.

Η τραγική αυτή εικόνα δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά μια εφιαλτική κανονικότητα, αν αναλογιστεί κανείς ότι το 2025 κάηκαν 475.000 στρέμματα, το 2024 πάνω από 419.000, ενώ το 2023 η καταστροφή άγγιξε το πρωτοφανές μέγεθος των 1.700.000 στρεμμάτων.

Τα αμείλικτα αυτά νούμερα γκρεμίζουν με πάταγο το κυβερνητικό αφήγημα και αποδεικνύουν ότι ο τομέας της πρόληψης μπάζει νερά από παντού.

Από το 2022, η κυβέρνηση λάνσαρε με τυμπανοκρουσίες το πρόγραμμα AntiNero, βαφτίζοντάς το ως την απόλυτη «ασπίδα» για τη δασική προστασία της χώρας.

Όπως μάλιστα παραδέχτηκε πρόσφατα (6/8) ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης για τις νέες καταστροφικές πυρκαγιές, από το πρόγραμμα αυτό έχουν διατεθεί περισσότερα από 667 εκατομμύρια ευρώ, χρηματοδοτούμενο κατά 80% από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Ο κ. Παπασταύρου έφτασε μάλιστα στο σημείο να δηλώσει προκλητικά ότι «χρειαζόμαστε περισσότερο AntiNero».

Όσο η Δασική Υπηρεσία παραμένει υποστελεχωμένη, όσο η πρόληψη διαχωρίζεται από την καταστολή και όσο λείπει το μόνιμο προσωπικό και ο τοπικός σχεδιασμός, υπάρχει ο σοβαρός κίνδυνος το μεγαλύτερο πρόγραμμα δασικής πρόληψης να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας μηχανισμός ταχείας απορρόφησης κονδυλίων, παρά ως μια βιώσιμη εθνική στρατηγική για τα δάση μας.

Σχετικές δημοσιεύσεις