Ένα από τα πλέον συνηθισμένα προβλήματα που μπορεί να μας απασχολήσουν το καλοκαίρι –και όχι μόνο βέβαια– είναι η ουρολοίμωξη, που αφορά συχνότερα τις γυναίκες.
Δεν είναι απίθανο, όταν μάθουμε ότι τα συμπτώματα τα οποία μας ταλαιπωρούν οφείλονται σε μια κυστίτιδα, να μπερδευτούμε και να μην είμαστε βέβαιοι περί τίνος πρόκειται. Είναι λοιπόν σκόπιμο να εξηγήσουμε ότι η κυστίτιδα είναι η πιο συχνή μορφή ουρολοίμωξης, που αφορά το κατώτερο ουροποιητικό σύστημα, δηλαδή την ουροδόχο κύστη, και προκύπτει συνήθως επειδή κάποιο μικρόβιο μολύνει την κύστη, καθώς μεταφέρεται σε αυτήν με μηχανικό τρόπο μέσω της ουρήθρας προκαλώντας έτσι φλεγμονή. Οι κυστίτιδες στην πλειονότητά τους ταλαιπωρούν γυναίκες και μάλιστα αρκετά συχνά, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες. Για το γεγονός αυτό ευθύνεται ο ανατομικός σχεδιασμός του γυναικείου κατώτερου ουροποιητικού συστήματος που επιμολύνεται πολύ ευκολότερα από μικρόβια λόγω του μικρού μήκους της γυναικείας ουρήθρας. Η κυστίτιδα γίνεται εύκολα αντιληπτή καθώς προκαλεί συμπτώματα όπως ο πόνος, το τσούξιμο αλλά και η συχνουρία.
Τα συνήθη συμπτώματα
Θα υποψιαστούμε ότι μπορεί να μας απασχολεί μια ουρολοίμωξη επειδή θα μας ταλαιπωρούν για κάποιες ημέρες συμπτώματα όπως η δυσάρεστη οσμή στα ούρα, το τσούξιμο, το αίσθημα καύσου και ο πόνος στην περιοχή της κύστης, η συχνουρία, η νυκτουρία, η επιτακτική ούρηση (που μπορεί να φτάσει μέχρι και την ακράτεια) και, ενδεχομένως, η παρουσία λίγου αίματος στα ούρα. Θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί γιατί, εάν επιπλέον συνυπάρχει και πυρετός, σημαίνει ότι η λοίμωξη έχει εξελιχθεί σε πυελονεφρίτιδα ή οξεία προστατίτιδα.
Γιατί οι γυναίκες υποφέρουν συχνότερα;
Το γεγονός ότι οι γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς στις ουρολοιμώξεις οφείλεται στο ότι ο ανατομικός τους σχεδιασμός ευνοεί τη μεταφορά μικροβίων από το εξωτερικό περιβάλλον, αλλά και από τον κόλπο και το έντερο στην ουρήθρα, καθώς το μικρό μήκος της ουρήθρας δεν μπορεί να εμποδίσει την είσοδό τους σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στους άντρες. Στη συνέχεια, αυτά τα μικρόβια πολλαπλασιάζονται στην ουροδόχο κύστη, προκαλώντας φλεγμονή. Αντίθετα, η μακρύτερη ουρήθρα των αντρών λειτουργεί ως αμυντικός μηχανισμός, εμποδίζοντας τελικά την είσοδο μικροβίων στην κύστη. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν παθαίνουν και οι άντρες λοιμώξεις του ουροποιητικού, οι οποίες μάλιστα γίνονται συχνότερες μετά την ηλικία των 50, λόγω της υπερπλασίας του προστάτη που συνήθως συνυπάρχει.
Πώς θα την προλάβουμε
Για να μειώσουμε την πιθανότητα να μας απασχολήσει κάποια ουρολοίμωξη, είναι σκόπιμο να:
- Φροντίζουμε να πίνουμε πολύ νερό.
- Σκουπιζόμαστε με φορά από εμπρός προς τα πίσω, ώστε να μην κινδυνεύει να επιμολυνθεί η κύστη από τα μικρόβια του εντέρου.
- Μην αναβάλλουμε την επίσκεψή μας στην τουαλέτα όταν νιώθουμε την ανάγκη για ούρηση. Αυτή η κακή συνήθεια που έχουν πολλές γυναίκες οι οποίες αποφεύγουν να πηγαίνουν στην τουαλέτα όταν βρίσκονται εκτός σπιτιού ευθύνεται τελικά για πολλές περιπτώσεις κυστίτιδας.
- Πηγαίνουμε στην τουαλέτα και να πλενόμαστε μετά το σεξ. Οι κυστίτιδες δεν μεταδίδονται σεξουαλικά, αλλά εξαιτίας της σεξουαλικής επαφής, μηχανικά, είναι πιο εύκολο να επιμολυνθεί η κύστη της γυναίκας και να προκύψει μια φλεγμονή.
- Φροντίζουμε την υγιεινή της ευαίσθητης περιοχής αποφεύγοντας ωστόσο τα αντισηπτικά γιατί διαταράσσουν το pH με αποτέλεσμα να καταστρέφονται και τα καλά, «ευεργετικά» μικρόβια.
- Φοράμε βαμβακερά εσώρουχα, τα οποία φροντίζουμε να αλλάζουμε συχνά.
- Αποφεύγουμε τα στενά παντελόνια.
Πώς θα την αντιμετωπίσουμε
Εάν υποψιαζόμαστε ότι έχουμε κάποια λοίμωξη του ουροποιητικού, θα πρέπει να κάνουμε καλλιέργεια ούρων συλλέγοντας τα πρώτα πρωινά ούρα αφού πλυθούμε καλά με σαπούνι. Σε περίπτωση που επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει όντως λοίμωξη, ο γιατρός θα μας συστήσει την κατάλληλη αντιβίωση (με βάση το αντιβιόγραμμα το οποίο θα δείξει σε ποια αντιβίωση είναι ευαίσθητο το μικρόβιο που έχουμε). Επιπλέον είναι σκόπιμο να παίρνουμε παυσίπονα εάν πονάμε, αλλά και να πίνουμε πολλά υγρά, ώστε να πηγαίνουμε όσο πιο συχνά γίνεται στην τουαλέτα για να ξεπλένεται φυσιολογικά η κύστη. Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα επεισόδια της κυστίτιδας σε ένα ποσοστό έως και 40% οδηγούνται σε ύφεση με την κατανάλωση άφθονου νερού, χωρίς καν να χρειαστεί φαρμακευτική αγωγή.
Όταν συμβαίνει συχνά ή επιμένει
Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου η κυστίτιδα επιμένει ή επανέρχεται παρά την αντιβίωση. Εάν μας συμβεί αυτό, θα πρέπει να επαναλάβουμε την καλλιέργεια ούρων (όπως άλλωστε θα μας συστήσει και ο γιατρός μας). Εάν το μικρόβιο εξακολουθεί να ανιχνεύεται και στη νέα εξέταση, τότε θα πρέπει να διερευνηθεί περισσότερο η κατάσταση με τη βοήθεια και την καθοδήγηση ενός ουρολόγου. Ίσως να ευθύνεται το ότι δεν πήραμε την κατάλληλη αντιβίωση ή κάποιο πρόβλημα στην κύστη (π.χ. μια πέτρα, ένα ξένο σώμα, όπως ράμματα από μια γυναικολογική επέμβαση, ή κάποια ανατομική ανωμαλία) που πρέπει να διερευνηθεί κατ’ αρχάς με υπερηχογράφημα και πιθανώς και με κυστεοσκόπηση και πυελογραφία ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.
Τα παραπάνω ισχύουν και όταν οι κυστίτιδες συμβαίνουν συχνά. Οι υποτροπιάζουσες (όταν, δηλαδή, αντιμετωπίζουμε περισσότερα από τρία επεισόδια το χρόνο) είναι ένα πρόβλημα που απασχολεί αρκετές γυναίκες. Εάν σε αυτές τις περιπτώσεις δεν εντοπιστεί κάποια σαφής αιτία, αν για παράδειγμα πρόκειται για κάποια «ευαισθησία» της κύστης που δεν διορθώνεται, ο ουρολόγος θα συστήσει πιθανώς μια μακροχρόνια αντιβίωση (χημειοπροφύλαξη) για ένα χρονικό διάστημα, τη λήψη δηλαδή ενός επιλεγμένου αντιβιοτικού χαπιού κάθε μέρα ή μετά τη σεξουαλική επαφή. Επίσης, βοηθητικά λειτουργεί και το κράνμπερι –κυκλοφορεί και σε μορφή χαπιών– το οποίο μπορούμε να παίρνουμε προληπτικά και σε τακτική βάση καθώς δρα ως φυσικό αντισηπτικό της κύστης βοηθώντας τη να μένει καθαρή από μικρόβια. Παρόμοιες ιδιότητες έχει και η D-μαννόζη, ένας φυσικός απλός σακχαρίτης που χρησιμοποιείται για την υποστήριξη της υγείας του ουροποιητικού.
Προσοχή στην επιπλοκή
Εάν μια κυστίτιδα δεν αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει σε πυελονεφρίτιδα, η οποία είναι επίσης πιθανό να μας απασχολήσει εξαιτίας κάποιου ανατομικού λόγου, για παράδειγμα λόγω ύπαρξης πέτρας, ή κάποιας ασθένειας όπως ο σακχαρώδης διαβήτης. Τα συμπτώματά της προσομοιάζουν με της κυστίτιδας, αλλά επιπλέον συνυπάρχουν πυρετός –συνήθως υψηλός–, έντονος πόνος στην περιοχή των νεφρών, στο ύψος της μέσης και στα πλάγια. Θα πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί καθώς η πυελονεφρίτιδα είναι μια επικίνδυνη κατάσταση, που, εάν μείνει αθεράπευτη, μπορεί να προκαλέσει μόνιμες βλάβες των νεφρών και σηψαιμία, μια κατάσταση που επιφέρει ακόμα και το θάνατο. Η πυελονεφρίτιδα χρήζει άμεσης αντιμετώπισης με χορήγηση αντιβιοτικών και συγχρόνως διερεύνηση ώστε εάν υπάρχει κάποιο ουρολογικό υπόβαθρο (πέτρα, ανατομική ανωμαλία, ξένο σώμα κλπ.) να διορθωθεί, σε δεύτερο χρόνο συνήθως.
