Ο θάνατος του εμποράκου
Πριν από λίγες μέρες ο μεγαλύτερος λιανεμπορικός όμιλος της χώρας ανακοίνωσε κύκλο εργασιών που ξεπερνά τα 6 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, πάνω από 40.000 μικρά καταστήματα έχουν βάλει λουκέτο μέσα σε δεκατρία χρόνια.
Ο χάρτης του ελληνικού λιανεμπορίου δεν αλλάζει απλώς. Ξαναγράφεται πάνω στα ερείπια του παραδοσιακού εμποράκου.
Η εικόνα είναι πια οικεία: μεταλλικά ρολά που κατεβαίνουν για τελευταία φορά, βιτρίνες που μένουν σκοτεινές, γωνιακά μαγαζιά που μετατρέπονται σε κάτι άλλο ή μένουν άδεια. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, από το 2011 έως το 2023 χάθηκαν καθαρά 40.823 επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου (εξαιρουμένου του κλάδου αυτοκινήτων). Το 2011 λειτουργούσαν 189.404 επιχειρήσεις. Το 2023 είχαν απομείνει 140.247. Η μείωση δεν σταμάτησε ούτε μετά την πανδημία.
Οι διαδοχικές κρίσεις – οικονομική, υγειονομική, ενεργειακή – επιτάχυναν μια διαδικασία που ούτως ή άλλως βρισκόταν σε εξέλιξη. Η συγκέντρωση στον κλάδο γίνεται ολοένα πιο έντονη. Οι μεγάλοι γίνονται μεγαλύτεροι. Οι μεσαίοι και κυρίως οι μικροί και πολύ μικροί συρρικνώνονται ή εξαφανίζονται. Το μερίδιο των πολύ μικρών επιχειρήσεων στον κύκλο εργασιών μειώθηκε δραματικά, ενώ οι μεγάλες αλυσίδες και οι πολυεθνικοί όμιλοι αυξάνουν συνεχώς την παρουσία τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ITX Ελλάς (Inditex – Zara, Bershka και οι υπόλοιπες μάρκες του ομίλου).
Οι πωλήσεις της το 2025 ξεπέρασαν τα 830 εκατ. ευρώ και αντιστοιχούν περίπου στο 22% της συνολικής αγοράς ένδυσης. Την ίδια στιγμή, ο κύκλος εργασιών του μεγαλύτερου ελληνικού ομίλου λιανικής φτάνει το 10,25% του συνόλου του λιανεμπορίου (χωρίς τα αυτοκίνητα). Οι αριθμοί μιλούν μόνοι τους: λίγοι παίκτες ελέγχουν όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας.
Η απασχόληση στον κλάδο ακολουθεί την ίδια τροχιά. Από τις περίπου 569.000 θέσεις εργασίας του 2009, ο αριθμός έχει μειωθεί αισθητά. Ιδιαίτερα δραματική είναι η πτώση στους αυτοαπασχολούμενους και στους εργοδότες – δηλαδή στους ίδιους τους μικρούς εμπόρους και τις οικογένειές τους. Πολλοί από αυτούς που άντεξαν αναγκάστηκαν να γίνουν μισθωτοί σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις ή να εγκαταλείψουν εντελώς τον κλάδο. Η πανδημία λειτούργησε ως καταλύτης: το κλείσιμο των καταστημάτων, η έκρηξη του ηλεκτρονικού εμπορίου και η αδυναμία πολλών μικρών επιχειρήσεων να επενδύσουν σε ψηφιακά κανάλια έδωσαν τη χαριστική βολή.
Το φαινόμενο δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα.
Ακολουθεί το παγκόσμιο μοτίβο της συγκέντρωσης. Στην Ελλάδα, όμως, οι επιπτώσεις είναι πιο ορατές στο αστικό τοπίο και στην κοινωνική συνοχή. Τα μικρά καταστήματα δεν ήταν μόνο οικονομικές μονάδες. Ήταν σημεία συνάντησης, χώροι εμπιστοσύνης, κομμάτι της καθημερινότητας της γειτονιάς. Η εξαφάνισή τους αφήνει πίσω της άδειες βιτρίνες και μια αγορά που γίνεται όλο και πιο ομοιογενής, ελεγχόμενη από λίγους μεγάλους παίκτες.
Η ανάκαμψη του κύκλου εργασιών του λιανεμπορίου μετά το 2021 δεν αναιρεί την πραγματικότητα. Ο τζίρος μπορεί να ανεβαίνει, αλλά μοιράζεται σε λιγότερα χέρια. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις βλέπουν το μερίδιό τους να συρρικνώνεται, ενώ οι μεγάλες αλυσίδες και οι πολυεθνικοί όμιλοι επεκτείνονται. Η «μηχανική υποστήριξη» των επιδοτήσεων και των μέτρων στήριξης της πανδημίας καθυστέρησε απλώς το αναπόφευκτο για πολλούς.
Ο θάνατος του εμποράκου δεν είναι μόνο οικονομικό γεγονός.
Είναι κοινωνική μεταβολή. Αλλάζει τον τρόπο που ψωνίζουμε, που συναντιόμαστε, που αντιλαμβανόμαστε την πόλη. Και όσο η συγκέντρωση συνεχίζεται χωρίς ουσιαστικά αντίβαρα, η τάση μοιάζει μονόδρομος. Οι μεγάλοι θα γίνουν ακόμα μεγαλύτεροι. Οι μικροί θα συνεχίσουν να μετράνε λουκέτα. Και ο χάρτης του λιανεμπορίου θα μοιάζει όλο και λιγότερο με αυτόν που γνωρίζαμε.
