Κατά Ματθαίο Άγιο Ευαγγέλιο, Κεφάλαιο ΚΖ'(27) 3-32
Τότε ιδών ᾿Ιούδας ο παραδιδούς αυτόν ότι κατεκρίθη, μεταμεληθείς απέστρεψε τά τριάκοντα αργύρια τοις αρχιερευσι καί τοις πρεσβυτέροις
λέγων· ήμαρτον παραδούς αιμα αθωον. οι δέ ειπον· τί πρός ημας; σύ όψει.
καί ρίψας τά αργύρια εν τω ναω ανεχώρησε, καί απελθών απήγξατο.
οι δέ αρχιερεις λαβόντες τά αργύρια ειπον· ουκ έξεστι βαλειν αυτά εις τόν κορβαναν, επεί τιμή αίματός εστι.
συμβούλιον δέ λαβόντες ηγόρασαν εξ αυτων τόν αγρόν του κεραμέως εις ταφήν τοις ξένοις·
διό εκλήθη ο αγρός εκεινος αγρός αίματος έως της σήμερον.
τότε επληρώθη τό ρηθέν διά ῾Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος· καί έλαβον τά τριάκοντα αργύρια, τήν τιμήν του τετιμημένου όν ετιμήσαντο από υιων ᾿Ισρραήλ,
καί έδωκαν αυτά εις τόν αγρόν του κεραμέως, καθά συνέταξέ μοι Κύριος.
Ο δέ ᾿Ιησους έστη έμπροσθεν του ηγεμόνος·
καί επηρώτησεν αυτόν ο ηγεμών λέγων· σύ ει ο βασιλεύς των ᾿Ιουδαίων; ο δέ ᾿Ιησους έφη αυτω· σύ λέγεις.
καί εν τω κατηγορεισθαι αυτόν υπό των αρχιερέων καί των πρεσβυτέρων ουδέν απεκρίνατο.
τότε λέγει αυτω ο Πιλατος· ουκ ακούεις πόσα σου καταμαρτυρουσι;
καί ουκ απεκρίθη αυτω πρός ουδέ έν ρημα, ώστε θαυμάζειν τόν ηγεμόνα λίαν.
Κατά δέ εορτήν ειώθει ο ηγεμών απολύειν ένα τω όχλω δέσμιον, όν ήθελον.
ειχον δέ τότε δέσμιον επίσημον λεγόμενον Βαραββαν.
συνηγμένων ουν αυτων ειπεν αυτοις ο Πιλατος· τίνα θέλετε απολύσω υμιν; Βαραββαν ή ᾿Ιησουν τόν λεγόμενον Χριστόν;
ήδει γάρ ότι διά φθόνον παρέδωκαν αυτόν.
Καθημένου δέ αυτου επί του βήματος απέστειλε πρός αυτόν η γυνή αυτου λέγουσα· μηδέν σοί καί τω δικαίω εκείνω· πολλά γάρ έπαθον σήμερον κατ᾿ όναρ δι᾿ αυτόν.
Οι δέ αρχιερεις καί οι πρεσβύτεροι έπεισαν τούς όχλους ίνα αιτήσωνται τόν Βαραββαν, τόν δέ ᾿Ιησουν απολέσωσιν.
αποκριθείς δέ ο ηγεμών ειπεν αυτοις· τίνα θέλετε από των δύο απολύσω υμιν; οι δέ ειπον· Βαραββαν.
λέγει αυτοις ο Πιλατος· τί ουν ποιήσω ᾿Ιησουν τόν λεγόμενον Χριστόν; λέγουσιν αυτω πάντες· σταυρωθήτω.
ο δέ ηγεμών έφη· τί γάρ κακόν εποίησεν; οι δέ περισσως έκραζον λέγοντες· σταυρωθήτω.
ιδών δέ ο Πιλατος ότι ουδέν ωφελει, αλλά μαλλον θόρυβος γίνεται, λαβών ύδωρ απενίψατο τάς χειρας απέναντι του όχλου λέγων· αθωός ειμι από του αίματος του δικαίου τούτου· υμεις όψεσθε.
καί αποκριθείς πας ο λαός ειπε· τό αιμα αυτου εφ᾿ ημας καί επί τά τέκνα ημων.
τότε απέλυσεν αυτοις τόν Βαραββαν, τόν δέ ᾿Ιησουν φραγελλώσας παρέδωκεν ίνα σταυρωθη.
Τότε οι στρατιωται του ηγεμόνος παραλαβόντες τόν ᾿Ιησουν εις τό πραιτώριον συνήγαγον επ᾿ αυτόν όλην τήν σπειραν·
καί εκδύσαντες αυτόν περιέθηκαν αυτω χλαμύδα κοκκίνην,
καί πλέξαντες στέφανον εξ ακανθων επέθηκαν επί τήν κεφαλήν αυτου καί κάλαμον επί τήν δεξιάν αυτου, καί γονυπετήσαντες έμπροσθεν αυτου ενέπαιζον αυτω λέγοντες· χαιρε ο βασιλεύς των ᾿Ιουδαίων·
καί εμπτύσαντες εις αυτόν έλαβον τόν κάλαμον καί έτυπτον εις τήν κεφαλήν αυτου.
καί ότε ενέπαιξαν αυτω, εξέδυσαν αυτόν τήν χλαμύδα καί ενέδυσαν αυτόν τά ιμάτια αυτου, καί απήγαγον αυτόν εις τό σταυρωσαι.
᾿Εξερχόμενοι δέ ευρον άνθρωπον Κυρηναιον ονόματι Σίμωνα· τουτον ηγγάρευσαν ίνα άρη τόν σταυρόν αυτου.
Νεοελληνική Απόδοση
Ο θάνατος του Ιούδα
Τότε, όταν είδε ο Ιούδας, που τον παράδωσε, ότι καταδικάστηκε, μεταμελήθηκε και επέστρεψε τα τριάντα αργύρια στους αρχιερείς και στους πρεσβυτέρους,
λέγοντας: «Αμάρτησα, γιατί παράδωσα αίμα αθώο». Εκείνοι του είπαν: «Τι σχέση έχει αυτό μ’ εμάς; Εσένα θα αφορά».
Και αφού έριξε τα αργύρια στο ναό, αναχώρησε και πήγε και κρεμάστηκε.
Οι αρχιερείς, τότε, έλαβαν τα αργύρια και είπαν: «Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στο θησαυροφυλάκιο του ναού, επειδή είναι τιμή αίματος».
Και αφού έκαναν συμβούλιο, αποφάσισαν και αγόρασαν από αυτά τον αγρό του κεραμέα για ταφή των ξένων.
Γι’ αυτό καλέστηκε ο αγρός εκείνος, “Αγρός Αίματος”, ως τη σημερινή ημέρα.
Τότε εκπληρώθηκε εκείνο που ειπώθηκε μέσω του Ιερεμία του προφήτη, όταν έλεγε: Και έλαβαν τα τριάντα αργύρια, την τιμή εκείνου που είχαν εκτιμήσει, του οποίου την τιμή καθόρισαν μερικοί από τους γιους Ισραήλ,
και τα έδωσαν στον αγρό του κεραμέα, καθώς με πρόσταξε ο Κύριος.
Ο Ιησούς μπροστά στον Πιλάτο
Τότε ο Ιησούς στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα. Και τον επερώτησε ο ηγεμόνας λέγοντας: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Και ο Ιησούς είπε: «Εσύ το λες».
Και ενώ τον κατηγορούσαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, τίποτα δεν αποκρίθηκε.
Τότε του λέει ο Πιλάτος: «Δεν ακούς πόσα μαρτυρούν εναντίον σου;»
Και δεν του αποκρίθηκε ούτε σε ένα λόγο, ώστε θαύμαζε ο ηγεμόνας πολύ.
Ο Ιησούς καταδικάζεται σε θάνατο
Κατά την εορτή, λοιπόν, συνήθιζε ο ηγεμόνας να απολύει ένα φυλακισμένο για το πλήθος, όποιον ήθελαν.
Και είχαν τότε ένα διαβόητο φυλακισμένο, που τον έλεγαν Ιησού Βαραβά.
Ενώ, λοιπόν, αυτοί ήταν συναγμένοι, τους είπε ο Πιλάτος: «Ποιον θέλετε να σας απολύσω, τον Ιησού το Βαραβά ή τον Ιησού το λεγόμενο Χριστό;»
Γιατί ήξερε ότι τον παράδωσαν από φθόνο.
Και ενώ αυτός καθόταν πάνω στο βήμα, απέστειλε μήνυμα προς αυτόν η γυναίκα του λέγοντας: «Τίποτε να μην υπάρχει ανάμεσα σ’ εσένα και στον δίκαιο εκείνο. Γιατί πολλά έπαθα σήμερα στο όνειρό μου εξαιτίας του».
Αλλά οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τους όχλους να ζητήσουν το Βαραβά, ενώ τον Ιησού να τον θανατώσουν.
Έλαβε τότε το λόγο ο ηγεμόνας και τους είπε: «Ποιον από τους δύο θέλετε να σας απολύσω;» Εκείνοι είπαν: «Το Βαραβά».
Τους λέει ο Πιλάτος: «Τι λοιπόν να κάνω τον Ιησού, το λεγόμενο Χριστό;» Λένε όλοι: «Να σταυρωθεί».
Εκείνος είπε: «Γιατί, τι κακό έκανε;» Εκείνοι περισσότερο έκραζαν λέγοντας: «Να σταυρωθεί».
Όταν είδε λοιπόν ο Πιλάτος ότι τίποτα δεν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται, αφού έλαβε νερό, ένιψε τα χέρια του απέναντι στον όχλο λέγοντας: «Αθώος είμαι από το αίμα τούτου. Εσάς θα αφορά».
Και αποκρίθηκε όλος ο λαός και είπε: «Το αίμα αυτού πάνω σ’ εμάς και πάνω στα παιδιά μας».
Τότε τους απόλυσε το Βαραβά, ενώ τον Ιησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παράδωσε για να σταυρωθεί.
Οι στρατιώτες εμπαίζουν τον Ιησού
Τότε οι στρατιώτες του ηγεμόνα παραλάβανε τον Ιησού στο πραιτόριο και σύναξαν γύρω του όλη τη στρατιωτική μονάδα.
Και αφού τον έγδυσαν, τον περιέβαλαν με κόκκινη χλαμύδα.
Και έπλεξαν στεφάνι από αγκάθια και το έθεσαν πάνω στο κεφάλι του και του έδωσαν καλάμι στο δεξί του χέρι. Και γονάτισαν μπροστά του και τον ενέπαιξαν λέγοντας: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων».
Και αφού έφτυσαν σ’ αυτόν, έλαβαν το καλάμι και χτυπούσαν στο κεφάλι του.
Και όταν τον ενέπαιξαν, τον έγδυσαν από τη χλαμύδα και τον έντυσαν τα ρούχα του και τον οδήγησαν για να τον σταυρώσουν.
Η σταύρωση του Ιησού
Καθώς εξέρχονταν, τότε, βρήκαν έναν άνθρωπο Κυρηναίο με το όνομα Σίμωνας. Τούτον αγγάρεψαν, για να σηκώσει το σταυρό του.