Ποιους «κρατήσαμε» τελικά;

Το Αρχιμήδης δεν προέκυψε από ανοιχτή ευρωπαϊκή ανταγωνιστική αξιολόγηση ούτε από άλλο διαγωνισμό. Ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2021 με απευθείας κυβερνητική απόφαση, χρηματοδοτούμενο από το Ταμείο Ανάκαμψης

Η Βουλγαρία έδωσε στο INSAIT 85 εκατομμύρια ευρώ για δέκα χρόνια· η Ελλάδα στο Αρχιμήδης 21.4 για πέντε. Το Αρχιμήδης, σύμφωνα με το άρθρο, παρήγαγε τριπλάσιες δημοσιεύσεις στο NeurIPS με τη μισή χρηματοδότηση, κράτησε εβδομήντα νέους ερευνητές στην Ελλάδα, οι φοιτητές δεν πήραν ούτε laptop επειδή έχουν κολλήσει τα δικαστήρια, και τώρα το κράτος κόβει τη χρηματοδότηση στο τέταρτο από τα πέντε χρόνια, αφήνοντας τα αδιάθετα να γυρίσουν στο ταμείο, με τον γνωστό τρόπο. Τίποτα από αυτά δεν το αμφισβητώ. Οι δημοσιεύσεις είναι πραγματικές, η διαρροή εγκεφάλων είναι πραγματική, και αν όντως κόβεται ένα παραγωγικό πρόγραμμα στη μέση, αξίζει δημόσια κριτική. Υπάρχει όμως και μια άλλη αριθμητική, δημοσιευμένη στο Διαύγεια και ανοιχτή σε όποιον θέλει να την κοιτάξει, που το άρθρο δεν την αναφέρει. Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Το Αρχιμήδης δεν προέκυψε από ανοιχτή ευρωπαϊκή ανταγωνιστική αξιολόγηση ούτε από άλλο διαγωνισμό. Ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2021 με απευθείας κυβερνητική απόφαση, χρηματοδοτούμενο από το Ταμείο Ανάκαμψης. Αυτό δεν είναι κρυφό, το ανακοίνωσε η ίδια η κυβέρνηση κατά την παρουσίαση της επένδυσης. Το σημειώνω επειδή η αφήγηση «εμείς το κερδίσαμε, το κράτος δεν πρόσφερε τίποτα» είναι, πιστεύω, ατελής. Το κράτος έκανε μια συγκεκριμένη επιλογή, να διαθέσει 21 εκατομμύρια ευρώ, σε αυτή τη δράση (όπως και σε άλλες επιστημονικές δράσεις) χωρίς διαγωνισμό. Δεν ήταν αδιαφορία του κράτους, και δεν ήταν κατάκτηση τριών ανθρώπων απέναντι σε ένα εχθρικό κράτος. Πάμε τώρα στα ίδια τα ποσά, όπως καταγράφονται στις αποφάσεις ανάθεσης για το 2025. Διευκρινίζω ότι πρόκειται για δεσμευμένα ποσά στις αποφάσεις, όχι απαραίτητα για ποσά που τελικά εκταμιεύθηκαν. Στις φοιτητικές υποτροφίες, τα δεσμευμένα ποσά για το 2025 αθροίζουν περίπου ενάμισι εκατομμύριο, μοιρασμένα σε εκατόν σαράντα δύο νέες και νέους, πολύ περισσότερα παιδιά από τους εβδομήντα συνολικά που αναφέρει ο κ. Παπαδημητρίου: τριάντα επτά προπτυχιακοί πήραν κατά μέσο όρο γύρω στις πέντε χιλιάδες ο καθένας (η πληρωμή προπτυχιακών φοιτητών για ερευνητικό έργο είναι κάτι πρωτάκουστο για την Ελλάδα και ασυνήθιστο για το εξωτερικό), τριάντα ένας μεταπτυχιακοί γύρω στις εννέα χιλιάδες ο καθένας (κάτι εξίσου γενναιόδωρο σε σχέση ακόμα και με με το εξωτερικό), και εβδομήντα τέσσερις υποψήφιοι διδάκτορες γύρω στις δεκατρείς χιλιάδες ο καθένας. Ο υποψήφιος διδάκτορας με πλήρες ετήσιο συμβόλαιο έφτανε τις δεκαπέντε χιλιάδες εξακόσια ευρώ, δηλαδή χίλια τριακόσια τον μήνα μεικτά επί δώδεκα μήνες. Αυτά πήραν τα παιδιά που κρατήθηκαν στην Ελλάδα. Στην ίδια χρονιά, το 2025, οι αμοιβές ερευνητών και καθηγητών που έχουν ήδη θέσεις και μισθούς στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, πλησιάζει το ένα εκατομμύριο ευρώ. Από αυτές, είκοσι αφορούν μέλη με έδρα εκτός Ελλάδας, στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία, τον Καναδά και τη Γαλλία, με συνολικό δεσμευμένο ποσό γύρω στις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ, με διάμεση αμοιβή είκοσι χιλιάδες, σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο υποψήφιο διδάκτορα που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα. Οι δύο εκ των επικεφαλής, ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης και ο Χρίστος Παπαδημητρίου, εμφανίζονται με εξήντα χιλιάδες ευρώ ο καθένας ως δεσμευμένο ποσό για το 2025, ως κύριοι ερευνητές με διεύθυνση ερευνητικού αντικειμένου. Οι δύο αμοιβές μαζί είναι οκτώ ετήσιες υποτροφίες διδακτορικού. Ή, αν προτιμάτε, μεγαλύτερες κατά περίπου 50% από έναν πλήρη μισθό αποκλειστικής απασχόλησης ενός καθηγητή Πανεπιστημίου στην Ελλάδα. Δε λέω ότι αυτά τα ποσά είναι παράνομα ή αδικαιολόγητα. Λέω ότι, σε ένα κείμενο που τονίζει πως οι φοιτητές δεν πήραν ούτε laptop, η απουσία αυτής της εικόνας είναι αξιοσημείωτη. Και γεννά ερωτήματα που κάθε δημόσια χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα οφείλει να μπορεί να απαντήσει. Για πόσες ημέρες τον χρόνο βρίσκονται στην Ελλάδα τα μέλη που αμείβονται από ελληνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους ενώ εδρεύουν στο εξωτερικό; Για ποιο συγκεκριμένο έργο, επί τόπου ή εξ αποστάσεως; Δεν γνωρίζω τις απαντήσεις, και δεν τις υπονοώ. Απλώς θεωρώ ότι ο δημόσιος λόγος δικαιούται την πλήρη εικόνα. Αυτά τα γράφω έχοντας και προσωπικό μέτρο σύγκρισης. Είμαι κάτοχος ERA Chair, μιας ευρωπαϊκής επιχορήγησης που κερδήθηκε μέσα από ανοιχτή ανταγωνιστική ευρωπαϊκή αξιολόγηση, σε άμεση συνεργασία με καθηγητές στην Ελλάδα. Δεν λαμβάνω καμία πρόσθετη προσωπική αμοιβή παρότι αφιερώνω το 30% του χρόνου μου σε αυτήν, με το 10% με φυσική παρουσία στην Ελλάδα. Οι υπόλοιποι έντεκα κάτοχοι ERA Chair (που έφεραν στην Ελλάδα συνολικά 30 εκατομμύρια ευρώ για πέντε χρόνια, αρκετά περισσότερα από την “προίκα” του Ινστιτούτου Αρχιμήδης αν και χωρίς δεξιώσεις παρουσία του πρωθυπουργού στο Μέγαρο Μουσικής) περνούν ακόμα και 50% ή και 100% του χρόνου τους στην Ελλάδα, και κάποιοι αμείβονται κανονικά και καλά κάνουν – αλλά δε θα μιλήσω εξ ονόματός τους. Μιλώ μόνο για το δικό μου παράδειγμα, για να δείξω ότι υπάρχει και ο δρόμος όπου τα ευρωπαϊκά κονδύλια πάνε στην έρευνα και στους νέους ερευνητές, χωρίς επιπλέον αμοιβή για τον επικεφαλής. Δεν είναι ουτοπικό. Είναι απλώς μια επιλογή πραγματικά ανιδιοτελούς προσφοράς ουσίας χωρίς φανφάρες. Και εδώ καταλήγει η ερώτηση που, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να τεθεί. Όταν λέμε ότι το Αρχιμήδης «κράτησε εβδομήντα νέους ερευνητές στην Ελλάδα», ποιους ακριβώς εννοούμε; Τα εκατόν σαράντα δύο παιδιά με υποτροφίες πέντε ως δεκαπέντε χιλιάδων για ολόκληρο τον χρόνο, ή τα είκοσι μέλη με έδρα στο εξωτερικό και μέσο όρο πάνω από είκοσι χιλιάδες για παρουσία άγνωστης διάρκειας; Σε ένα πρόγραμμα που προβάλλεται ως αντίδοτο στη διαρροή εγκεφάλων, το να ρωτάς πού ακριβώς πηγαίνει το χρήμα δεν είναι επιθετικότητα. Είναι η ελάχιστη οφειλόμενη λογοδοσία προς τον φορολογούμενο, Έλληνα και Ευρωπαίο. Και υπάρχει μια ακόμη διάσταση που αξίζει να τεθεί ως ερώτημα. Δεν θα ήταν καλύτερη η προσπάθεια αν εκείνο το μισό εκατομμύριο που το 2025 δεσμεύτηκε για μέλη με έδρα στο εξωτερικό έμενε στην Ελλάδα; Γιατί στο εξωτερικό, και μάλιστα σε ανθρώπους που είναι ήδη μέλη ΔΕΠ σε ξένα πανεπιστήμια με δικό τους (αξιοπρεπή) μισθό; Ή, αντιστρόφως, αν με αυτά τα ίδια χρήματα έφερναν δύο ή τρία άτομα από έξω με τη ρητή υποχρέωση να είναι στην Ελλάδα, δεν θα ήταν αυτό πιο κοντά στον δηλωμένο σκοπό του προγράμματος, που ήταν ακριβώς να γυρίσει η διαρροή εγκεφάλων προς την Ελλάδα; Και μήπως, τελικά, αυτό ακριβώς το μοντέλο, της πραγματικής μετεγκατάστασης αντί της εξ αποστάσεως συνεργασίας, είναι κάτι που η Βουλγαρία με το INSAIT το έκανε καλύτερα; Δεν προδικάζω την απάντηση. Αλλά αν συγκρίνουμε τα δύο ινστιτούτα, η σύγκριση οφείλει να φτάσει και ως εδώ.

Σχετικές δημοσιεύσεις